Του ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ

Στο Παλαίκυθρο. Τουρκοκύπριοι ήταν και εκείνοι που εκτέλεσαν 24 Ελληνοκύπριους. Από κοντινά χωριά. Τους γνώριζαν. Αλλά αυτό δεν είχε καθόλου σημασία.
Το ξεχάσατε; Εγώ δεν το ξέχασα. Τριγυρνάει μέσα στο κεφάλι μου σαν εφιάλτης. Όταν διάβασα ξανά τι συνέβη σε εκείνο το σπίτι σε ένα χωριό της Μεσαριάς πριν 43 χρόνια, κατάλαβα για άλλη μια φορά γιατί συσσωρεύσαμε τόσο μίσος, τόση έχθρα και τόση εκδίκηση. Και πίστεψα για άλλη μια φορά ότι δεν θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε κανέναν σύμφωνα με την εθνικότητά του στη ζυγαριά της θηριωδίας. Αυτοί που το έκαναν ήταν Κύπριοι και όχι ο τουρκικός στρατός. Δικοί μας συμπολίτες. Μπήκαν σε εκείνο το σπίτι.
Βρήκαν τη γυναίκα που κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι από τον φόβο και την έβγαλαν έξω. Λογομάχησαν μεταξύ τους ποιος θα ήταν ο «πρώτος». Και συμφώνησαν. Ο άνδρας που κέρδισε την πρωτιά έδεσε τη γυναίκα με τη βία. Την έγδυσε. Και τη βίασε επανειλημμένα. Μόλις τέλειωσε τη δουλειά του, άδειασε το όπλο του πάνω στη γυναίκα. Ο άλλος, μόλις άκουσε τον πυροβολισμό, έτρεξε και ήρθε.
Κοίταξε από τη μια τη γυναίκα που ξάπλωνε μέσα στα αίματα και από την άλλη τον φίλο του. Του επιτέθηκε ρωτώντας τον γιατί τη σκότωσε. Δεν ήταν η σειρά του άλλωστε; Ο φίλος του δεν έδωσε σημασία. «Είναι νωπή νεκρή, μπορείς να το κάνεις και εσύ», του είπε. Δεν δίστασε καθόλου, έσκυψε πάνω από τη γυναίκα και αυτός. Έκανε και αυτός ό,τι ήταν να κάνει. Ύστερα άναψαν από ένα τσιγάρο και έφυγαν.
Έζησαν για χρόνια ανάμεσά μας σάμπως και δεν είχε συμβεί τίποτα. Πήγαιναν στα καφενεία. Έπαιζαν τάβλι. Έκαναν εκδρομές τα καλοκαίρια, άναβαν μαγκάλια. Τις γιορτές έβαζαν τα παιδιά να τους φιλάνε τα χέρια. Νήστευαν. Πήγαιναν στο τζαμί. Στις κηδείες έμπαιναν στη σειρά μαζί με όλους. Έζησαν όπως όλοι παρά το γεγονός ότι δεν ήταν όπως όλοι. Μέχρι που αποκαλύφθηκε εκείνη η θηριωδία. Πώς αποκαλύφθηκε; Όταν μια μέρα λογομάχησαν μεταξύ τους στον καφενέ. Όταν παρεκτράπηκε η λογομαχία, ο ένας είπε στον άλλο το εξής: «Εσύ είχες σεξουαλική σχέση με μια νεκρή γυναίκα». Τότε έμαθαν όλοι την αλήθεια.
Κατά τη θηριωδία του 1974 κατηγορούμε πάντα τους εισβολείς που ήρθαν απ’ έξω, αλλά και οι Κύπριοι δεν πάνε πίσω. Οι βιαστές και οι δολοφόνοι εκείνης της γυναίκας ήταν χωριανοί της. Τη γνώριζαν. Όταν δούλευαν μαζί στα χωράφια Έλληνες και Τούρκοι, αυτή η γυναίκα τους έπαιρνε νερό και προμήθειες. Τα ίδια πράγματα διαδραματίστηκαν και σε άλλα χωριά. Στο Παλαίκυθρο. Τουρκοκύπριοι ήταν και εκείνοι που εκτέλεσαν 24 Ελληνοκύπριους. Από κοντινά χωριά. Τους γνώριζαν.
Αλλά αυτό δεν είχε καθόλου σημασία. Και εκείνοι από τη μια τους βίασαν και από την άλλη τους σκότωσαν. Στην Τόχνη; Εκτελέστηκαν 83 Τουρκοκύπριοι μαζικά. Και εκείνους τους μάζεψαν από τα σπίτια τους Ελληνοκύπριοι οι οποίοι τους γνώριζαν. Και η δολοφονία στα χωριά Μάραθα, Αλόα και Σανδαλάρη. 89 άτομα. Και αυτή είναι μια από τις σελίδες μεγαλύτερης ντροπής για τους Ελληνοκύπριους. Αυτά τα εγκλήματα δεν ξεχνιούνται ακριβώς όπως το Άουσβιτς. Καρφώθηκαν σαν μαχαιριά στα στήθια του μικρού νησιού.
Χαράχθηκαν στη μνήμη μας τέτοιες εικόνες ντροπής, που δεν μπορούμε εύκολα να τις βγάλουμε και να τις πετάξουμε μέσα από το κεφάλι μας, έστω και αν το θέλουμε. Άλλωστε, γιατί να τις βγάλουμε και να τις πετάξουμε; Μόνο αυτές μπορεί να μας γίνουν οδηγός για την ειρήνη. Για να πούμε «ποτέ ξανά». Αρκεί να μην φοβηθούμε. Να τα αντιμετωπίσουμε.
Να καταλάβουμε την αξία της ειρήνης, να αγκαλιάσουμε περισσότερο ο ένας τον άλλο. Να απαλλαχτούμε από τα αισθήματα μίσους, έχθρας και εκδίκησης που συσσωρεύαμε για χρόνια. Μόνο αν τα αντιμετωπίσουμε και αν ζητήσουμε συγγνώμη μπορούμε να το κάνουμε. Άλλοι κατάφεραν να τα αντιμετωπίσουν. Μπορούμε και εμείς.
Υπάρχουν και εκείνοι οι Ελληνοκύπριοι στρατιώτες στους οποίους ο τουρκικός στρατός έδωσε πρώτα τσιγάρο, αλλά μετά τους σκότωσε. Γονατισμένοι. Με τα χέρια πάνω στο κεφάλι. Δεν υπάρχουν φωτογραφίες για το τι έγινε ύστερα. Δεν το είδαμε. Μόνο το φανταστήκαμε. Βγάλαμε εμείς μέσα στην ψυχή μας τη φωτογραφία για το τι έγινε ύστερα. Ούτε εκείνη ξεχνιέται. Η φωτογραφία εκείνη θα γίνει βεβαίως μια μέρα το τρομερό πρόσωπο του πολέμου και το σύμβολο της ειρήνης.
Έλεος και συνείδηση. Είναι τα πράγματα που χρειαζόμαστε πιο πολύ. Η θηριωδία δεν έχει εθνότητα. Κάναμε και εμείς τόσα κακά όσα και εκείνοι που ήρθαν από το εξωτερικό. Εκείνοι έκαναν σε εμάς και εμείς κάναμε ο ένας στον άλλο. Είμαστε και εμείς βάρβαροι. Μακάρι να μπορούσα να καυχηθώ ότι είμαι Κύπριος σε αυτή τη θάλασσα αίματος. Δεν μπορώ να καυχηθώ…
Πηγή : politis.com.cy


