Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ θα είναι πολύ προβληματισμένοι. Ακόμα περισσότερο δε οι χώρες του Κόλπου που είχαν εμπιστευτεί στην αμερικανική υπερδύναμη την προστασία τους. Σήμερα θα κάνουν τον απολογισμό του κόστους της τελευταίας;
Μήπως παρόμοιους υπολογισμούς θα πρέπει να κάνουν και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Αμερικής, ιδιαίτερα δε ορισμένοι που σκέπτονται να υπογράψουν και ειδικές συμφωνίες μαζί της;
Οι ζημίες των Αραβικών Εμιράτων από την αμυντική συμμαχία τους με τις ΗΠΑ είναι μια καλή υπόθεση εργασίας. Το ίδιο δε ισχύει και για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ο οποίος αφού έπεισε τον πρόεδρο Ντόναλντ Τράμπ να επιτεθεί μαζί του στο Ιράν, τώρα καλό θα ήταν να μας πει τι ακριβώς αποκομίζει από αυτή την μεγαλεπήβολη ιδέα του;
Αντιμέτωπες με το Ιράν, η χώρα με το πιο απεχθές καθεστώς στον κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέδειξαν τα όρια της στρατιωτικής τους ισχύος. Ο Ντόναλντ Τράμπ, είχε υποσχεθεί, για όσους έχουν καλή μνήμη, «άνευ όρων παράδοση» του ιρανικού καθεστώτος.
Ακόμα, ο Αμερικανός πρόεδρος, επέτρεψε στον εαυτό του να πειστεί ότι μπορούσε να θέσει τέλος στην ιρανική απειλή. Ανέπτυξε μια «αρμάδα» για να αναγκάσει τον αντίπαλο του να συνθηκολογήσει, υποστηριζόμενος από τον ισραηλινό στρατό, έναν από τους πιο αποτελεσματικούς στον κόσμο.
Αλλά μετά από εκατό ημέρες συγκρούσεων και επίπονων διαπραγματεύσεων, το καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει στην εξουσία, ο έλεγχος του στο Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να διεκδικείται, οι στρατιωτικές του δυνατότητες – βαλλιστικοί πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη – εξακολουθούν να επαρκούν, και η αποσυναρμολόγηση των πυρηνικών του φιλοδοξιών δεν έχει ακόμη πάρει τέλος. «….Όποιες και αν είναι οι απώλειες, το ιρανικό καθεστώς, επειδή αντιστάθηκε, μπορεί να διεκδικήσει τη νίκη….», παρατηρεί μια γαλλική στρατιωτική πηγή. «…Η ιστορία θα κρίνει την τελική συμφωνία…» αναστενάζει ένας άλλος υψηλόβαθμος αξιωματικός, τονίζοντας τις αμερικάνικες παραχωρήσεις. «…Το Ιράν έπαιξε τα χαρτιά του πολύ καλά…», προσθέτει.
Στα χαρτιά, η μάχη υποτίθεται ότι θα ήταν άνιση. Παρόλο που το Ιράν ήταν ένας ισχυρός στρατιωτικός παράγοντας, οι δυνατότητές του δεν ήταν ούτε κατά διάνοια κοντά σε αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών. Η χώρα δεν διέθετε μια δύναμη μαχητικών αεροσκαφών ικανή να ανταγωνιστεί τους αντιπάλους της. Τα τελευταία χρόνια, η Τεχεράνη είχε προσπαθήσει να αντισταθμίσει αυτή την αδυναμία αναπτύσσοντας ένα πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων ικανό να πλήξει στόχους σε απόσταση έως και 2.500 χιλιομέτρων. Το Ισραήλ βρισκόταν σε εμβέλεια επίθεσης, όπως και η νότια και ανατολική Ευρώπη, και οι αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή.
Μέχρι το 2028, τα ιρανικά αποθέματα θα μπορούσαν να έχουν φτάσει τους 10.000 πυραύλους, σύμφωνα με αξιολόγηση του Γαλλικού Ινστιτούτου Μελέτης του Πολέμου. Η Τεχεράνη θα μπορούσε επίσης να βασιστεί στους περιφερειακούς πληρεξούσιούς της: τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τους Χούθι στην Υεμένη και τις σιιτικές πολιτοφυλακές για να επεκτείνει τη σύγκρουση σε περιφερειακό επίπεδο. Τέλος, το καθεστώς είχε αναπτύξει δυνατότητες υβριδικού πολέμου, όπως κυβερνοεπιχειρήσεις, για να διεξάγει εκστρατείες αποσταθεροποίησης.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, το Ιράν διεξήγαγε επίσης μια ευρεία επιχείρηση επιρροής. Βίντεο με φιγούρες Lego προβλήθηκαν εκατομμύρια φορές, παίζοντας έντονα με το συναίσθημα και το χιούμορ. Αλλά μετέδιδαν επίσης στοχευμένα και συντονισμένα μηνύματα που στόχευαν στην δυσφήμιση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όταν εξαπέλυσαν την επίθεσή τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποτίμησαν τον αντίπαλό τους. Υπερεκτίμησαν τις δυνατότητες ενός καθαρά αεροπορικού πολέμου. «…Ένας πόλεμος κερδίζεται στο έδαφος…», μας υπενθυμίζει Έλληνας στρατηγός ε.α. Αλλά μια χερσαία επιχείρηση, για παράδειγμα για την κατάληψη του νησιού Kharg ή την προσπάθεια κατάσχεσης αποθεμάτων ουρανίου, θα απαιτούσε δυσανάλογους πόρους. Η αμερικανική ανώτατη διοίκηση παρεμποδίστηκε επίσης από την έλλειψη στρατιωτικά προσβάσιμων στόχων. «…Ο Τραμπ είχε μεθύσει από την επιτυχία του στη Βενεζουέλα….», τονίζει το ίδιο πρόσωπο. Ωστόσο, η επιχείρηση απαγωγής του Προέδρου Maduro δεν ήταν παρεμφερής επιχείρηση.
«…..Η ισραηλινο-αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία βασίστηκε στην πλήρη αεροπορική υπεροχή στο Ιράν και σε μια απαράμιλλη ικανότητα κρούσης. Κινητοποίησε τον πιο προηγμένο εξοπλισμό, όπως stealth μαχητικά F-35, stealth βομβαρδιστικά Β-2, αναχαιτιστικά μεγάλου υψομέτρου THAAD και πυραύλους εδάφους PrSM. Αφού εξουδετέρωσε τις εχθρικές αεράμυνες, η αεροπορία κατέστρεψε το ιρανικό ναυτικό, εξουδετέρωσε τα οχήματα εκτόξευσης, στόχευσε θέσεις διοίκησης και μάλιστα αποκεφάλισε το καθεστώς. Η αμερικανική στόχευση τροφοδοτήθηκε από έναν πλούτο πληροφοριών που αναλύθηκαν από αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης. Περίπου 13.000 στόχοι εντοπίστηκαν και χτυπήθηκαν. Οι υλικές απώλειες ήταν τεράστιες. Οικονομικά, το Ιράν είναι γονατισμένο….», γράφει ο Νικολά Μπορότι στη Firago.
Αλλά το καθεστώς είχε προετοιμαστεί για τη σύγκρουση θάβοντας αποθήκες πυρομαχικών, αποκεντρώνοντας την επιχειρησιακή του διοίκηση για να το κάνει ανθεκτικό, και διαφοροποιώντας τον οπλισμό του με μη επανδρωμένα αεροσκάφη τύπου Shahed για να κάνει το κόστος του πολέμου ασύμμετρο. Χάρη στους κινητούς εκτοξευτές και ένα μεγάλο οπλοστάσιο όπλων χαμηλού κόστους, ο ιρανικός στρατός κατάφερε να «αντιστοιχήσει» στην αμερικανική ισχύ, παρατήρησε ένας Γάλλος αξιωματικός. Επέδειξε ικανότητα στόχευσης, αναμφίβολα ενισχυμένη από εξωτερική υποστήριξη, ικανή να πλήξει στόχους υψηλής αξίας. Το Ιράν στόχευσε κρίσιμες υποδομές στις χώρες του Κόλπου. Κατάφερε να αναχαιτίσει αμερικανικά συστήματα ραντάρ. Οι συνέπειες του πολέμου ήταν περιορισμένες για τον αμερικανικό στρατό. Αλλά γίνονταν αφόρητες για τους εταίρους του.
Αν και δεν απειλούνταν πραγματικά, παρά κάποιες υλικές απώλειες, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να λάβουν υπόψη την απειλή που αποτελούσαν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη για τα κράτη της περιοχής, τα οποία δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένα να αντέξουν μια κλιμακούμενη σύγκρουση. Η διαταραχή της κυκλοφορίας στο Στενό του Ορμούζ ήταν επίσης μη βιώσιμη για την παγκόσμια οικονομία μακροπρόθεσμα. «….Ο αποκλεισμός του στενού ήταν, ωστόσο, προβλέψιμος….», σχολίασε ένας Γάλλος αξιωματικός.
Η στρατιωτική ικανότητα δεν περιορίζεται στην ισχύ πυρός. Σε διάστημα τριών μηνών, και για να πραγματοποιήσει μαζικές επιθέσεις, ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποίησε τα αποθέματά του, καταναλώνοντας, για παράδειγμα, το ένα τρίτο των αποθεμάτων Tomahawk και τους μισούς από τους πυραύλους Patriot, ενώ οι τρέχοντες ρυθμοί βιομηχανικής παραγωγής δεν θα επιτρέψουν την αναπλήρωση για αρκετούς μήνες, αν όχι χρόνια. Πέρα από το κόστος αυτών των πυρομαχικών (2,5 εκατομμύρια δολάρια το καθένα για τους Tomahawk, 4 εκατομμύρια δολάρια για τους Patriot), ο αμερικανικός στρατός φέρεται να έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάσταση των αποθεμάτων του. Η προοπτική μιας πιθανής αντιπαράθεσης σε ένα άλλο, πολύ υψηλότερης προτεραιότητας θέατρο – εναντίον της Κίνας – ανάγκασε τον στρατό να τερματίσει μια επιχείρηση χωρίς να έχει τέλος. Αντίθετα, το Ιράν επέδειξε ανθεκτικότητα απέναντι σε μια υπαρξιακή απειλή. Έδωσε την εντύπωση ότι ήταν ικανό να διατηρήσει την επιχείρηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Ντόναλντ Τραμπ δεν είχαν τέτοιο χρόνο.
Ας μελετήσουν καλά την περίπτωση, οι επαΐοντες στην Ευρώπη.
Πηγή: ot.gr



