Περί Συρίας ο λόγος

76

Επιφανειακή και χωρίς μέλλον η σημερινή διπλωματική μας παρουσία…

Ειδικού συνεργάτη

Η διπλωματική δραστηριότητα της Αθήνας έχει το τελευταίο διάστημα επικεντρωθεί στο λεγόμενο Λιβυκό, ιδιαίτερα βέβαια και μάλλον μόνο αποκλειστικά, μετά την υπογραφή του Τούρκο-Λιβυκού μνημονίου, την οποία υπογραφή, η κυβέρνηση, παρά τα διάφορα σημάδια, τα οποία θα πρέπει εγκαίρως να την είχαν προειδοποιήσει, φάνηκε απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει.

Εν προκειμένω, διαχωρίζω επίσης τη στάση και συμπεριφορά της κυβέρνησης, και της υπόλοιπης διπλωματικής υπηρεσίας, η οποία δεν φαίνεται να είναι τόσο δραστηριοποιημένη, η να μην γνωρίζει πως θα πρέπει να αντιδράσει και πως να συντονισθεί στο βηματισμό της Κυβέρνησης. Οι διπλωμάτες δίνουν εν προκειμένω την εντύπωση ότι σέρνονται, υπό το βάρος του τρόμου, που τους είχε εμφυσήσει ο προηγούμενος κάτοικος του κτιρίου της Βασιλίσσης Σοφίας (και για να μην δίνουμε την εντύπωση ότι αναφερόμαστε στον ανύπαρκτο Γ. Κατρούγκαλο, εννοούμε τον Νίκο Κοτζιά).

Ο σκοπός όμως του σημειώματος αυτού δεν αφορά το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί με τη Λιβύη, στην οποία, κατά τα φαινόμενα η Τουρκία πήγε και εγκαταστάθηκε για το προβλεπτό μέλλον, αλλά θέλει να δώσει την διάσταση ενός άλλου ζητήματος το οποίο φαίνεται επίσης να έχει “μπει στον πάγο”, τόσο από πλευράς διπλωματών όσο και κυβέρνησης.

Το ζήτημα αυτό αφορά τις εξελίξεις στη Συρία, όπου τη στιγμή αυτή μάχονται η κυβέρνηση της Δαμασκού, η Τουρκία, η Ρωσία, οι ΗΠΑ, Κούρδοι και τζιχαντιστές και όπου, μόλις πριν λίγες ώρες, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζονται ξαφνικά να χαίρουν για την κατάρριψη συριακού ελικοπτέρου από τους τζιχαντιστές.

Από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης το συριακό φαίνεται να έχει παραμεληθεί και γενικότερα να θεωρείται μία συνεχιζόμενη σύρραξη, όπου δεν μπορούμε να καταλάβουμε ποιός μάχεται ποιόν και με ποιόν είναι τα συμφέροντά μας.
Σαν να μη συμβαίνει στην ευρύτερη γειτονιά μας και σαν οι επιπτώσεις του ποιος θα επικρατήσει τελικά και πως ενδεχομένως αναθεωρηθούν τα διεθνώς κατοχυρωμένα σύνορα της χώρας αυτής να μη μας αφορά.

Μόνο παρεμπιπτόντως μόνο γίνεται λόγος για τις Τουρκικές επιδιώξεις αναθεώρησης της συνθήκης της Λοζάνης. Φοβάμαι ότι έχει ήδη παρέλθει η ώρα που η Αθήνα θα έπρεπε να έχει ξυπνήσει για το συριακό και ότι ελάχιστος χρόνος απομένει πριν να είναι αργά.

Φαίνεται να ξεχνάμε αυτά τα οποία η ίδια η ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών αναφέρει για τις σχέσεις των δύο λαών, ότι δηλαδή είναι “ιστορικές και εγκάρδιες”. Το “εύλογο είναι το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους χριστιανούς ορθόδοξους Σύριους, ποίμνιο του Πατριαρχείου Αντιοχείας, που αποτελούν τη μεγαλύτερη χριστιανική κοινότητα της Συρίας και ιστορικά ισχυρό δεσμό μεταξύ των δύο λαών”, φαίνεται να περιορίζεται στα λόγια.

Η λειτουργία της Πρεσβείας μας στη Δαμασκό ανέστειλε την λειτουργία της το 2012, αφήνοντας εκεί τη Τσεχία ως τη μόνη ευρωπαϊκή χώρα, προφανώς διότι η Πράγα στάθμισε ότι τα κέρδη από τις πωλήσεις όπλων στη συγκεκριμένη χώρα, είναι προτιμότερα από τη συμπαράταξή της με τους ευρωπαίους εταίρους της. Η Ελλάδα με το “εύλογο ενδιαφέρον” αναχώρησε. Τότε ίσως ήταν επιβεβλημένο για λόγους ασφάλειας του προσωπικού. Έκτοτε όμως γιατί συνεχίζουμε να είμαστε απόντες από μια χώρα με την οποία κάποτε υπήρχε ακόμα και τακτική θαλάσσια γραμμή, το περίφημο φέριμπότ Βόλου – Ταρτούς;

Διακόψαμε κάθε σχέση με τον πρόεδρο Assad, ενδεχομένως πιστεύοντας και σίγουρα εσφαλμένα, ότι ήταν άλλος ένας δικτάτορας στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Αγνοήσαμε, παρά τις προειδοποιήσεις της διπλωματίας μας από τη Μόσχα, ότι ο Σύρος Πρόεδρος είχε την ισχυρή στήριξη της Ρωσίας, η οποία στο πρόσωπο του έβλεπε τον τελευταίο της και μοναδικό σύμμαχο στη Μέση Ανατολή και τον αραβικό κόσμο.

Με αυτή την στήριξη ο πρόεδρος Assad δίνει, τώρα, οκτώ χρόνια μετά, μάχες για να ανακαταλάβει εδάφη, που έχουν περιέλθει στον έλεγχο της Τουρκίας. Η πράξη του αυτή θα έχει άμεσες επιπτώσεις στις προσφυγικές ροές προς την χώρα μας, δεδομένου ότι περίπου 3 εκατομμύρια Σύριοι εκτοπισμένοι συγκεντρώνονται στα σύνορα με την Τουρκία.

Μήπως λοιπόν έχει έρθει η ώρα να παρατηρήσουμε προσεκτικότερο τι συμβαίνει στην περιοχή μας; Μήπως θα πρέπει να υπενθυμίσουμε την παρουσία μας, επαναλειτουργώντας και πάλι την Πρεσβεία μας στη Δαμασκό και όχι στο γειτονικό Λίβανο από όπου δρα σήμερα;

Θυμίζω ότι σε ανάλογη περίπτωση, στη τότε Γιουγκοσλαβία, όταν οι ευρωπαϊκές πρεσβείες είχαν αποσύρει τους πρέσβεις τους, απομονώνοντας διπλωματικά, με τον τρόπο αυτό, το καθεστώς Μιλόσεβιτς, οι Πρεσβείες συνέχισαν να λειτουργούν με επικεφαλής επιτετραμμένο, ο οποίος ούτε διαπιστευτήρια προς τον πρόεδρο της χώρας δίνει και πλήρη ελευθερία κινήσεων και επαφών έχει.

Αντιλαμβανόμαστε ότι μία τέτοια κίνηση θα ήθελε τη κατάλληλη προετοιμασία προς τους συμμάχους και εταίρους μας, τους οποίους η Αθήνα φαίνεται να φοβάται να μην δυσαρεστήσει. Θα μπορούσε να εξηγηθεί ότι σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμη για όλων τα συμφέροντα η παρουσία εκεί μιας χώρας της περιοχής, που δεν έχει εμπλακεί ούτε προ ούτε μετά την έναρξη των εχθροπραξιών. Στο ίδιο πλαίσιο, θα άνοιγε μία προοπτική διαύλου προς την κυβέρνηση Assad.

Παράλληλα, θα μπορούσαν να προσκληθούν στην Αθήνα οι κύριοι, των οποίων τα ονόματα αναφέρονται στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ ως επίτιμοι πρόξενοι σε διάφορες συριακές πόλεις (Λατάκεια Ταρτούς, Χαλέπι) προκειμένου να σφυγμομετρηθούν επιτόπου οι αντιδράσεις μιας τέτοιας κίνησης.

Σε μια κίνηση ιδιαίτερου συμβολισμού, θα μπορούσε να διοργανωθεί στην Αθήνα και μια ημερίδα με τη συμμετοχή των επιτίμων αυτών προξένων και ακαδημαϊκών, διπλωματών και άλλων ειδημόνων περί τη Συρία και τη περιοχή. Με βήματα σταθερά, θα μπορούσαν επίσης να βολιδοσκοπηθούν διακριτικά οι εκπρόσωποι της Συρίας σε Διεθνείς Οργανισμούς, όπως πχ στον ΟΗΕ, όπου ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Συρίας είναι και προσωπικός φίλος του προέδρου Αssad.

Οι κινήσεις προς την συριακή κυβέρνηση θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν και τη χορήγηση ενός μικρού αριθμού υποτροφιών, αν όχι σε στρατιωτικές σχολές, στην περίπτωση που αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως ενίσχυση του καθεστώτος ή στρατιωτική εμπλοκή της χώρας μας, σε άλλες πανεπιστημιακές σχολές και ειδικότητες, όπως αρχαιολογία ή αναστήλωση μνημείων, τομείς που η ανάγκη τους θα αναφυεί μετά την επίτευξη της πολιτικής λύσης του ζητήματος.

Το συντονισμό τέτοιων κινήσεων. στην περίπτωση αυτή όπως και στη Λιβύη, θα μπορούσε να αναλάβει ένας ειδικός εκπρόσωπος, κατά προτίμηση δε κάποιος από τους εναπομείναντες λιγοστούς αραβομαθείς πρέσβεις, έστω “ανασυρόμενος και εξ εφεδρείας”.

Υπάρχουν δυνατότητες, άνθρωποι και ιδέες, που με λίγα χρήματα, έχουν τη δυνατότητα να επαναφέρουν γρήγορα τη χώρα μας στο διπλωματικό γίγνεσθαι της περιοχής. Πολιτική βούληση υπάρχει;