Προσπέρασε την στάση !… Του Ηλία Καραβόλια

327

Του Ηλία Καραβόλια

«Δωσ’ μου έξι ώρες να κόψω ένα δέντρο και θα περάσω τις πρώτες τέσσερις ακονίζοντας το τσεκούρι » (Αβραάμ Λίνκολν)

Οι περισσότεροι άνθρωποι δενόμαστε βαθιά με ρίζες, παραδόσεις, ήθη, έθιμα αλλά και με συμπεριφορές ή στερεότυπα.

Στον τόπο μας όμως μερικοί «απολαμβάνουν» να επιμένουν σε συμπτώματα της φυλής, αρχέγονα και ισχυρά

Καθώς περπατούσα λοιπόν χθες σε πεζοδρόμιο της πόλης με φίλο( ακαδημαϊκό δάσκαλο) και ω του θαύματος, εμφανίστηκε μπροστά μας μια στάση λεωφορείου ( ! ) που πολύ απλά έπρεπε να περάσουμε εντός της (βλ φωτό)

Μοιάζει φυσικά σαν μια τυπική νεοελληνική βολική κατασκευή. Μια μηχανική έξυπνη λύση, είτε της τοπικής αυτοδιοίκησης, είτε κρατικής υπηρεσίας ή (το πιο πιθανό ) της εταιρείας αστικών συγκοινωνιών. Κάτι σαν κάποιου είδους μαστοριά που μετατρέπετε σε… «λειτουργικό έργο» !

Αλλά κατά βάθος δεν είναι κάτι από άλλα αυτά ή λίγο από αυτά. Δεν είναι απλή κακοτεχνία ή σκόπιμη τοποθέτηση μιας σιδερένιας κατασκευής ώστε να εξυπηρετεί τους πολίτες.

Είναι ένα από τα «πρόσωπα» της «μηχανικής» Ελλάδας. Μια όψη της «συναρμολογημένης φαντασιάς» της. Ένα (από τα πολλά) σουρεαλιστικά σκηνικά που πηγάζουν από την ιδιοσυγκρασία τόσο αυτής της μερίδας της κοινωνίας που δημιουργεί, όσο και αυτής που χρησιμοποιεί ένα δημόσιο αγαθό.

Η εικόνα αυτή είναι η αναπαράσταση της συλλογικής μας απρονοησίας και η (συμβολική) έλλειψη στοχευμένου σχεδιασμού.

Αλλά ταυτόχρονα είναι η εθνικής μας χαρμολύπη, εκείνη η χαμένη «ηδονοδύνη» που μας χαρακτηρίζει στην πορεία κατασκευής και παράδοσης ενός δημοσίου έργου.

Η αλήθεια είναι όμως ακόμη βαθύτερη : οτιδήποτε μη ορθολογικό χτίζουμε, και δεν γκρεμίζουμε αλλά ανεχόμαστε για χρόνια ολόκληρα σε αυτόν τον τόπο, είναι επειδή αγνοούμε και αποφεύγουμε τον δυτικό ορθολογισμό και την βελτιστοποίηση των παραδοχών σε ένα πλάνο.

Είναι γιατί έχουμε αλλεργία στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, στην σταθμισμένη προτεραιοποίηση και στην ακριβή παραμετροποίηση.

Και φυσικά, όπως πολλά άλλα ξώφαλτσα και κουφά σε δρόμους, πλατείες και δημόσιους χώρους (πινακίδες, φανάρια, φωτισμός, φρεάτια) επιμένουμε να τα ανεχόμαστε, και να μην τα διορθώνουμε. Ο λόγος ; Πολύ απλά επειδή νιώθουμε ότι «θεσμοθετήθηκε» πλέον ως κανονικό το παράλογο.

Εδώ έρχεται και συνεπικουρεί το μηχανικό σκεπτικό μας ένα μίγμα έλλειψης (και απώθησης) αρχαιοελληνικής μαθηματικής και φιλοσοφικής σκέψης.

Είναι ένα φυλετικό lapsus που μας κυριεύει όταν πάμε να προσποιηθούμε ότι εκσυγχρονίζουμε υποδομές και δημόσια αγαθά.

Αγνοούμε πολλά καλά της ράτσας μας, ενίοτε και εσκεμμένα. Και όταν επιμένουμε να περιθωριοποιούμε την ελληνική σκέψη, πολύ απλά παραγκωνίζουμε την ίδια την Λογική.

«Τίποτα δεν εξαρτάται από την τύχη, αλλά όλα από την ορθή κρίση και την προνοητικότητα» έλεγε ο Πλούταρχος. Μόνο που αυτή την προνοητικότητα την υποτάσσουμε στην βιαστική επιθυμία μας και στην αχαλίνωτη φαντασία μας, στην μεγαλομανία και στον μεγαλοϊδεατισμό μας ταυτόχρονα.

Πάντα όμως καλά καλυμμένα από τα κατοχικά, μικροαστικά σύνδρομα μας, πάντα με το ένα πόδι στη Δύση και το άλλο στην Ανατολή.

«Θέλουμε» πολλά από θεσμούς, κράτος, πολιτεία, εξουσία, αλλά δεν φροντίζουμε με ορθοφροσύνη και ευθυκρισία ούτε ποιοι θα τα εκτελέσουν σωστά αυτά τα θέλω μας, ούτε πώς θα τα επιμεληθούν και θα τα διαχειριστούν.

Διαλαλούμε δεκαετίες τώρα ότι μας λείπει το ευρωπαϊκό, το αγγλοσαξονικό ή το αμερικάνικο public management σε θέματα υποδομών και δημιουργίας( δημόσιας και ιδιωτικής) ενώ εμείς αγνοούμε ακόμα και τον… Θουκυδίδη ! ( «Με την απλή επιθυμία ελάχιστα κατορθώνονται, ενώ με την επιμελή φροντίδα, τα περισσότερα γίνονται»

Η στριμωγμένη στάση του λεωφορείου πάνω στο πεζοδρόμιο, στη φωτογραφία, είναι το έλασσον. Όπως και μια πινακίδα στραβή και ανάποδη ή ένα φανάρι μονίμως χαλασμένο.

Το μείζον είναι κάθε φορά που τα βλέπουμε να θυμόσαστε από πού καταγόμαστε. Αν δεν καταφέραμε να φτιάξουμε( ή να μας φτιάξουν) κράτος πριν 200 χρόνια, τουλάχιστον ας μην ξεχνάμε ότι συγκροτήσαμε την Λογική πριν από αιώνες.

Ήταν τότε που ο Όμηρος έλεγε ότι «δουλειά που θα προχωρήσει, είναι εκείνη στην οποία θα επιμείνεις».

Και όταν ο Αριστοτέλης έγραφε ότι «και την πιο μικρή επιμέλεια πρέπει να αφιερώνουμε σε αυτό που είναι κοινό για τους περισσότερους»…