Η αλαζονεία της αυλής… Του Ηλία Καραβόλια

318

Του Ηλία Καραβόλια

Η πιο δύσκολη μετάφραση δεν είναι αυτή του κόσμου, αλλά του είναι μας. Και ακόμη πιο δύσκολη είναι η απόρριψη πεποιθήσεων ή στερεοτύπων εντός μας.

Παρατηρώ αυτές τις μέρες με ενδιαφέρον( το εννοώ) όλους εκείνους που «πέφτουν από τα σύννεφα» ή έστω απογοητεύονται έντονα, από τα τεκταινόμενα με τα σκάνδαλα της τωρινής διακυβέρνησης.
Η απογοήτευση όμως οφείλεται όχι ακριβώς στην πραγματικότητα αλλά στην ψευδαίσθηση που εδραιώθηκε στο συλλογικό ασυνείδητο : τόσο σχετικά με το πρόσωπο και τις ικανότητες του πρωθυπουργού όσο και με τις επιλογές του σε πρόσωπα και πολιτικές.

Όσοι όμως γνήσιοι μη κομματικοί φιλελεύθεροι γνώριζαν (ή υποπτεύονταν έστω) τι ακριβώς κομίζει το τεχνοκρατικό και μεταρρυθμιστικό προσωπείο πρωθυπουργού και κυβέρνησης, δεν πέφτουν από τα σύννεφα.

Να το πούμε διαφορετικά : η ώσμωση της νεοελληνικής δεξιάς με ένα ακραίο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο πολιτικής, δεν μπορούσε παρά να περάσει μέσα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του παλαιοκομματισμού ενός κόμματος 50 ετών.

Ένα κόμμα εξουσίας λόγω οικογενειοκρατίας που πολλαπλασίαζε τους κρατικοδίαιτους και τους έδινε τεχνογνωσία πως να εισέρχονται στις ρωγμές της κρατικής μηχανής( ως αυτόκλητοι δικαιούχοι εθνικών και κοινοτικών πόρων λόγω κομματικών ενσήμων και σταυρών που κουβαλούν)

Η κλεπτοκρατία βασιλεύει επειδή δεν άλλαξαν ούτε τα πρόσωπα ούτε οι δομές ούτε τα ένστικτα κυριαρχίας και ηγεμονίας των συγκεκριμένων ανθρώπων που συνεχίζει να επιβραβεύει ( με πρόσχημα την έλλειψη εναλλακτικών λύσεων) η ελληνική κοινωνία.

Υπάρχει εμφανώς «πολιτικό κέντρο» χειρισμού και συγκάλυψης της διαφθοράς και της βλάβης του δημόσιου συμφέροντος.

Και όποιος ελεύθερα σκεπτόμενος πολίτης δεν το κατανοεί, απλά στρουθοκαμηλίζει. Η αυλή του ηγεμόνα, και κυρίως ο ίδιος ο ηγεμόνας, υποδύεται έναν ρόλο μονίμως ανήξερου.

Αλλά δεν πείθουν πλέον μετά από τόσα γεγονότα να βοούν, αλλά και τόσες ενδείξεις σε τόσα σκάνδαλα και χειρισμούς υποθέσεων.

Οι φανατικοί οπαδοί του δήθεν ικανού τεχνοκράτη πρωθυπουργού, εσκεμμένα αγνοούν το παρελθόν και την συνθήκη κυριαρχίας του εντός της ΝΔ. Και φυσικά υποτίμησαν τον παράγοντα «Ευρώπη» τον οποίον υμνούσαν υποτίθεται τόσες δεκαετίες και μάλιστα χρησιμοποιούσαν ως πρόσχημα εκδυτικισμού απέναντι στην δήθεν αντιδυτική νεοελληνική αριστερά.

Η πραγματικότητα όμως ξεπερνά τις διαφορές δεξιάς και αριστεράς : περνάμε καλά οι περισσότεροι αλλά δεν έχουμε απαλλαγεί ως κοινωνία από τον κομματικό σωλήνα και ότι αυτός συνεπάγεται.
Δεν έχουμε απαλλαγεί από την δομική ανεπάρκεια θεσμών στην ανάδειξη των ικανών και όχι των εκλεκτών.

Και η ευθύνη βαραίνει όχι μόνο την παρούσα πολιτική ηγεσία αλλά ( κυρίως ) τους ψηφοφόρους της.

Αυτούς που για όποιον άρθρωνε και αρθρώνει διαφορετική φωνή τον χαρακτηρίζουν λαϊκιστή, συριζαίο, επικίνδυνο αριστερό.

Αυτό το μίσος για τον υποτίθεται χρόνιο λαϊκισμό της αριστεράς είναι που τύφλωσε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους από το να δουν το αυτονόητο : τον επικίνδυνο τεχνολαικισμό του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος.

Μια κοινωνία ολόκληρη νόμιζε ότι το Gov gr θα μπορούσε από μόνο του να εκσυγχρονίσει κι τους θεσμούς, να υψώσει φράχτες και πανοπλία απέναντι στην κομματική καμαρίλα,,τα σκάνδαλα και την γνωστή πολυετή οικογενειοκρατία γύρω από την τωρινή εξουσία.

Εθελοτυφλεί όποιος νομίζει ότι υπήρχαν τόσο εύκολα και απλά οι «καλές προθέσεις» και ότι σήμερα απλά δεν επετεύχθη ο μεγάλος στόχος για ουσιαστικές αλλαγές.

Ο πρωθυπουργός – απολύτως έντιμος απέναντι στην ιδεολογία του και τις απόψεις του για τον κοινωνικό δαρβινισμό – κέρδιζε εκλογές και ένιωθε το κτητικό σύνδρομο εξουσίας να φουντώνει ως νομιμοποιημένο (κοινωνικά και πολιτικά) και σχεδόν κανονικό φαινόμενο.

Και φυσικά έστησε όχι ένα επιτελικό κράτος αλλά ένα πανοπτικό ταξικό κράτος. Έστησε μια αλλόκοτη ένωση μεταξύ κομματικών και εξωκομματικών, που τον προσκυνούν και τον ακολουθούν χρόνια τώρα.
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η συγκολλητική ουσία πολλών εξ αυτών δεν είναι μόνο αυτή η ίδια η περσόνα της εξουσίας (αφήστε που πολλοί μάλλον ήξεραν ότι ο ηγεμόνας είναι ένας μέτριος που υποδύεται τον άριστο…)

Σημείο καθοριστικό υπήρξε το μίσος για τον προηγούμενο πρωθυπουργό συν το ταξικό μίσος για την αριστερά (μαζί με την αιώνια αντικομμουνιστική νεύρωση που το συνοδεύει) η οποία κατά αυτούς έφερε την χώρα στο χείλος του γκρεμού μέσα σε λίγους μήνες ( δηλαδή κινδύνεψαν οι περιουσίες τους, σε απλά ελληνικά)

Μέχρι που φθάσαμε σήμερα οπότε και τωρινός «νοικοκύρης» μεταρρυθμιστής ηγέτης δεν μπορεί πλέον να πείσει ότι δεν ήξερε όλα όσα συνέβησαν.

Και δεν μπορεί να πείσει ότι δεν είναι υπεύθυνος για το σπάταλο, σαθρό και φαύλο κομματικό κράτος των αναθέσεων και των προμηθειών.

Και το πλέον σημαντικό : δεν κατάφερε να απαλλαχθεί από το μεσσιανικό σύνδρομο που του καλλιέργησαν αυλικοί (βασιλικότεροι του βασιλέως) προερχόμενοι τόσο από τον κομματικό σωλήνα όσο και από το μη κομματικό προσωπικό που υποτίθεται ότι αυτός επιτυχώς αξιολόγησε.

Μόνο που σε κάθε παλάτι ετερόκλητης μοναρχίας, όπου χωρίς αντίπαλο πολιτικό δέος η κοινωνία μοιάζει να καθυποτάσσεται και να χειραγωγείται εύκολα, ο μονάρχης κινδυνεύει όχι μόνο από την αλαζονεία της ισχύος του αλλά και από την αλαζονεία της αυλής του…