Η Αυστραλία, η Θεσμική Ισορροπία και το Μέλλον της Δημοκρατίας… Του Στηβ Μπακάλη

71

Του Στηβ Μπακάλη

Πολλά έχουν γραφτεί για τον Πλάτωνα στην Ανατολική Ασία. Στην Κίνα, τη Σιγκαπούρη και την Ιαπωνία, η πλατωνική σκέψη προσεγγίζεται συχνά μέσα από το πρίσμα της διοικητικής επάρκειας, της κοινωνικής τάξης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης. Η έμφαση δίνεται συνήθως στην ιδέα του «σοφού άρχοντα» και στην ικανότητα του κράτους να διατηρεί σταθερότητα σε περιόδους αβεβαιότητας.

Αντίθετα, η Αυστραλία έχει απασχολήσει πολύ λιγότερο τη φιλοσοφική και θεσμική συζήτηση απ’ όσο θα δικαιολογούσε η γεωπολιτική και οικονομική της σημασία. Το παρόν άρθρο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ερευνητικό πλαίσιο, στο πλαίσιο μελέτης σε συνεργασία με τον καθηγητή Γιώργο Μπήτρο, με τίτλο «Ανασχεδιάζοντας τη Δημοκρατία: Πολυεπίπεδη Κρατική Εξουσία, Εταιρική Λογοδοσία και η Οικονομία της Ελεύθερης Αγοράς» (Overhauling Democracy: Layered State Authority, Corporate-Style Accountability, and the Free Market Economy), η οποία εξετάζει πώς οι σύγχρονες δημοκρατίες διαχειρίζονται τη διαρκή ένταση ανάμεσα στη λαϊκή συμμετοχή, την κρατική αποτελεσματικότητα και τη συγκέντρωση εκτελεστικής εξουσίας σε διαφορετικά θεσμικά περιβάλλοντα.

Παράλληλα, το άρθρο αντλεί και από τη μακρόχρονη ενασχόληση και παρατήρηση της Αυστραλίας και της ευρύτερης περιοχής του Ινδο-Ειρηνικού κατά τις τελευταίες δεκαετίες, επιδιώκοντας μια προσέγγιση όχι αποκλειστικά θεωρητική, αλλά και βιωματική, βασισμένη στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν, προσαρμόζονται και δοκιμάζονται στην πράξη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Αυστραλία εμφανίζεται ως μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική περίπτωση του Ινδο-Ειρηνικού: μια φιλελεύθερη δημοκρατία βαθιά ενταγμένη οικονομικά και στρατηγικά στην Ασία, αλλά ταυτόχρονα μια πολυπολιτισμική κοινωνία με ισχυρούς θεσμούς και μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές διασπορές στον κόσμο.

Σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές δημοκρατίες δοκιμάζονται από πολιτική πόλωση, φθίνουσα εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας στο εκτελεστικό κέντρο, η Αυστραλία αναδεικνύεται ως μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση δημοκρατικής οργάνωσης, όπου η μαζική εκλογική συμμετοχή συνυπάρχει με μηχανισμούς θεσμικής εξισορρόπησης και διάχυσης της εξουσίας.

Συμμετοχή και θεσμική ισορροπία

Το αυστραλιανό δημοκρατικό μοντέλο διαφοροποιείται από πολλές δυτικές δημοκρατίες σε ένα θεμελιώδες σημείο: η συμμετοχή στις εκλογές δεν νοείται αποκλειστικά ως ατομικό δικαίωμα, αλλά και ως πολιτειακή υποχρέωση που έχει εδραιωθεί βαθιά στην πολιτική κουλτούρα και στον τρόπο κατανόησης της ιδιότητας του πολίτη.

Η ψήφος είναι υποχρεωτική στην Αυστραλία από το 1924, ενώ η συμμετοχή παραμένει σταθερά άνω του 90%. Με την πάροδο του χρόνου, η εκλογική συμμετοχή έχει ενσωματωθεί βαθιά στην κοινωνική κανονικότητα, σε βαθμό που οι περισσότεροι Αυστραλοί τη θεωρούν αναπόσπαστο στοιχείο της ιδιότητας του πολίτη — ανάλογο με τη φορολογική υποχρέωση ή τη συμμετοχή σε σώματα ενόρκων. Το πρόστιμο για τη μη συμμετοχή παραμένει σχετικά χαμηλό, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συμμόρφωση δεν εδράζεται κυρίως στον εξαναγκασμό, αλλά περισσότερο στη διαμορφωμένη συνήθεια και στην κοινωνική προσδοκία.

Αυτό διαφοροποιεί την Αυστραλία από τα συστήματα προαιρετικής ψήφου, όπου η εκλογική συμμετοχή παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις ανάλογα με το εισόδημα, την ηλικία και το επίπεδο πολιτικής κινητοποίησης. Συγκριτικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα συστήματα υποχρεωτικής ψήφου περιορίζουν αισθητά αυτές τις ανισότητες, οδηγώντας σε πιο ισόρροπη συμμετοχή μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Υπό αυτή την έννοια, η Αυστραλία διευρύνει και κοινωνικά εξισορροπεί τη βάση της δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Η συμμετοχή διευκολύνεται και πρακτικά. Τα εκλογικά κέντρα λειτουργούν για αρκετές ημέρες πριν από την επίσημη ημέρα των εκλογών, ενώ προβλέπεται και εκτεταμένη επιστολική ψήφος. Η εκλογική διαδικασία δεν περιορίζεται έτσι σε ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά οργανώνεται ως μια ευρύτερη και πιο προσβάσιμη δημοκρατική διαδικασία.

Ωστόσο, η σταθερότητα του αυστραλιανού συστήματος δεν βασίζεται μόνο στη συμμετοχή. Ενισχύεται από τη διασπορά της πολιτικής ισχύος σε πολλαπλά θεσμικά επίπεδα.

Ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας του κράτους κατανέμει εξουσίες ανάμεσα στην Κοινοπολιτεία και τις Πολιτείες, διατηρώντας σημαντικό βαθμό περιφερειακής αυτονομίας. Παράλληλα, το ίδιο το κοινοβουλευτικό σύστημα είναι διθάλαμο: η Βουλή των Αντιπροσώπων σχηματίζει την κυβέρνηση, ενώ η Γερουσία λειτουργεί ως ισχυρός μηχανισμός ελέγχου με δυνατότητα εξέτασης, τροποποίησης ή ακόμη και παρεμπόδισης νομοσχεδίων.

Το σύστημα προτιμησιακής ψήφου περιορίζει την απόλυτη κυριαρχία των δύο μεγάλων πολιτικών πόλων — των Εργατικών και του Φιλελεύθερου–Εθνικού Συνασπισμού — επιτρέποντας μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα τόσο σε μικρότερα κόμματα όσο και σε ανεξάρτητους βουλευτές. Σε περιόδους οριακών ή ασθενών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, οι ανεξάρτητοι μαζί με τους βουλευτές του λεγόμενου «crossbench» αποκτούν συχνά καθοριστικό ρόλο, ενισχύοντας τη διαπραγμάτευση, τον συμβιβασμό και τη θεσμική ισορροπία έναντι της απλής κομματικής επιβολής.

Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί συνθέτουν ένα σύστημα κατανεμημένης διακυβέρνησης, στο οποίο η εξουσία δεν τείνει να συγκεντρώνεται σε ένα ενιαίο κέντρο, αλλά αντιθέτως διαχέεται και υπόκειται διαρκώς σε αμοιβαίους ελέγχους, θεσμικές αντισταθμίσεις και διαδικασίες περιορισμού μέσω της αλληλεπίδρασης των ίδιων των θεσμών.

Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή δημοκρατίας στην οποία η νομιμοποίηση δεν απορρέει αποκλειστικά από τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά από την αλληλεπίδραση μεταξύ της μαζικής συμμετοχής των πολιτών και της διάχυσης της πολιτικής εξουσίας. Η πολιτική σταθερότητα δεν στηρίζεται μόνο στην αρχή της πλειοψηφίας, αλλά και στη διατήρηση μιας ευρύτερης θεσμικής ισορροπίας.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ακόμη και πολύ υψηλή συμμετοχή δεν εγγυάται από μόνη της ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο. Ένα σύστημα μπορεί να επιτυγχάνει σχεδόν καθολική προσέλευση στις κάλπες και ταυτόχρονα να συγκεντρώνει τη λήψη αποφάσεων σε ένα στενό εκτελεστικό κέντρο. Η σημασία της Αυστραλίας έγκειται ακριβώς στο ότι συνδυάζει ευρεία συμμετοχή με θεσμικά όρια απέναντι στη συσσώρευση ισχύος.

Υπό αυτή την έννοια, το αυστραλιανό υπόδειγμα προσεγγίζει μια παλαιότερη «ρεπουμπλικανική» αντίληψη της πολιτείας — περισσότερο συγγενή με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη παρά με ορισμένες σύγχρονες φιλελεύθερες εκδοχές. Η πολιτική ελευθερία δεν νοείται απλώς ως ατομική επιλογή, αλλά ως συμμετοχή σε μια οργανωμένη πολιτική κοινότητα, η οποία στηρίζεται στην υποχρέωση, τον θεσμικό αυτοπεριορισμό και τη διαρκή θεσμική ισορροπία.

Η Emma Goldman, ο Mark Twain και τα όρια των εκλογών

«Αν η ψήφος άλλαζε πραγματικά κάτι, θα την είχαν απαγορεύσει», έλεγε η αναρχική φεμινίστρια Emma Goldman. Την ίδια περίπου εποχή, ο Mark Twain συνδέθηκε με μια παρόμοια — αν και λιγότερο αιχμηρή — διατύπωση: «Αν η ψήφος έκανε όντως διαφορά, δεν θα μας άφηναν να την ασκούμε».

Η ειρωνική αυτή παρατήρηση αποτυπώνει μια διαρκή ανησυχία των σύγχρονων δημοκρατιών: ότι οι εκλογές μπορούν να μετατραπούν σε τελετουργικές διαδικασίες, ενώ η πραγματική ισχύς μετατοπίζεται αλλού.

Η ανησυχία αυτή παραπέμπει σε μια πολύ παλαιότερη πλατωνική κριτική. Μετά την κατάρρευση της αθηναϊκής δημοκρατίας και την εκτέλεση του Σωκράτη, ο Πλάτων θεωρούσε ότι πολιτικά συστήματα τα οποία κυριαρχούνται από τη ρητορική, τον φατριασμό και τα ανεξέλεγκτα πάθη των μαζών έχουν την τάση να υπονομεύουν τη σταθερότητά τους εκ των έσω.

Ωστόσο, ο Πλάτων δεν ήταν απλώς αντίθετος στη συμμετοχή. Το ουσιαστικό του ερώτημα ήταν αν οι δημοκρατίες διαθέτουν επαρκείς θεσμικούς και ηθικούς περιορισμούς ώστε να διατηρούν την πολιτειακή τάξη και να αποτρέπουν τη διολίσθηση στην αστάθεια.

Στους Νόμους, ο ύστερος Πλάτων απομακρύνεται από το ιδεώδες του φιλοσόφου-βασιλιά και στρέφεται σε μια πιο ρεαλιστική συνταγματική αντίληψη βασισμένη στον νόμο, στη μικτή διακυβέρνηση και στη διασπορά της εξουσίας. Η πολιτική σταθερότητα, υποστήριζε πλέον, εξαρτάται λιγότερο από χαρισματικούς ηγέτες και περισσότερο από ανθεκτικούς θεσμούς ικανούς να περιορίζουν τη συγκέντρωση ανθρώπινης φιλοδοξίας και ισχύος.

Ο Αριστοτέλης και η πολιτική ευθύνη

Ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε τη δημοκρατία πιο μετριοπαθώς από τον Πλάτωνα, αλλά κατέληξε σε ένα συγγενές συμπέρασμα. Τα σταθερά πολιτικά συστήματα απαιτούν ευρεία συμμετοχή συνδυασμένη με θεσμούς ικανούς να αποτρέπουν την κυριαρχία στενών συμφερόντων ή φατριών.

Για τον Αριστοτέλη, ο πολίτης δεν είναι παθητικός θεατής· ο άνθρωπος είναι «πολιτικό ζώο», ακριβώς επειδή η συμμετοχή στη δημόσια ζωή αποτελεί μέρος της συλλογικής ευημερίας. Η δημοκρατία, επομένως, απαιτεί όχι μόνο ελευθερία αλλά και πολιτική ευθύνη.

Η αυστραλιανή υποχρεωτική ψήφος αντανακλά κάτι από αυτή την παλαιότερη πολιτειακή παράδοση. Η συμμετοχή ενσωματώνεται σε ένα θεσμικό πλαίσιο σχεδιασμένο ώστε να αποτρέπει την υπερβολική συγκέντρωση ισχύος. Ο συνδυασμός μαζικής συμμετοχής και περιορισμένης εξουσίας δημιουργεί μια πολιτική κουλτούρα που δεν είναι ούτε αμιγώς τεχνοκρατική ούτε αμιγώς πλειοψηφική.

Ένα δημοκρατικό υπόδειγμα του Ινδο-Ειρηνικού

Η Αυστραλία καταλαμβάνει μια ολοένα και σημαντικότερη θέση στον Ινδο-Ειρηνικό, επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά πολιτικά και κυβερνητικά μοντέλα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίζονται από έναν ιδιαίτερα πολωμένο εκλογικό ανταγωνισμό, όπου η πολιτική αντιπαράθεση είναι έντονη και συχνά διχαστική. Η Κίνα δίνει έμφαση στον κεντρικό κρατικό συντονισμό και στη διοικητική συνέχεια, δίνοντας προτεραιότητα στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό έναντι της εκλογικής μεταβλητότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την άλλη πλευρά, συγκροτεί ένα σύστημα πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, το οποίο συνδυάζει θεσμική συνεργασία μεταξύ κρατών-μελών με αυξανόμενη γραφειοκρατική και κανονιστική πολυπλοκότητα.

Η Ελλάδα — ιστορικά ταυτισμένη με τη γέννηση της δημοκρατικής ιδέας — βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας συζήτησης γύρω από το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», δηλαδή την προσπάθεια ενίσχυσης του κεντρικού συντονισμού, της διοικητικής συνοχής και της αποτελεσματικότερης εφαρμογής πολιτικών εντός του πλαισίου ενός κοινοβουλευτικού δημοκρατικού συστήματος.

Η Αυστραλία, αντίθετα, τοποθετείται κάπου ανάμεσα σε αυτά τα υποδείγματα: μια φιλελεύθερη δημοκρατία με υψηλή συμμετοχή, κατανεμημένη εξουσία και ισχυρά θεσμικά αντίβαρα απέναντι στην εκτελεστική συγκέντρωση.

Δεν πρόκειται για ένα άρτιο σύστημα. Όπως συμβαίνει σε όλες τις δημοκρατίες, έτσι και εδώ ασκούνται πιέσεις από την τάση συγκέντρωσης της εκτελεστικής εξουσίας, από τη συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης και από τις διευρυνόμενες οικονομικές ανισότητες. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η θεσμική της αρχιτεκτονική εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανάχωμα, καθιστώντας σχετικά δύσκολη τη συγκέντρωση και ανεξέλεγκτη συσσώρευση πολιτικής ισχύος σε ένα μόνο κέντρο εξουσίας.

Ίσως εκεί ακριβώς να εντοπίζεται και η βαθύτερη σύνδεση της Αυστραλίας με την κλασική πολιτική παράδοση, από τον Πλάτωνα έως τον Αριστοτέλη: στην παραδοχή ότι η δημοκρατία δεν αντέχει αποκλειστικά μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά μέσα από μια μορφή διακυβέρνησης που συνδυάζει τη συμμετοχή των πολιτών με θεσμικούς περιορισμούς στην άσκηση της εξουσίας, ώστε να διατηρείται μια διαρκής ισορροπία και πολιτική σταθερότητα.

Σε μια εποχή δημοκρατικής αβεβαιότητας, αυτό το μάθημα μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.