Του Διονύση Κ. Καραχάλιου
Υπήρξε μια εποχή – όχι πολύ μακρινή- κατά την οποία σύμπασα η Αριστερά ηδονιζόταν με την «επιτυχία» της Μαρίας Καρυστιανού. Η μέχρι τότε άγνωστη, στον δημόσιο βίο της χώρας, κυρία έμοιαζε να έχει καταφέρει αυτό, που ονειρεύονταν όλες οι αριστερές «ψυχούλες», που δεν άντεχαν να βλέπουν τη Νέα Δημοκρατία να κυβερνά για δεύτερη συνεχόμενη τετραετία….
Όπου εμφανιζόταν η Μαρία Καρυστιανού, ένα πρωτόγνωρο κύμα συμπαράστασης και στήριξης ήταν έτοιμο να χειροκροτήσει μανιωδώς τα λόγια της, να κάνει «σημαία» του την αγωνία της για «λογοδοσία», «διαφάνεια», «δικαιοσύνη» και να συμπληρώσει, με την δική του βροντερή φωνή, την απαίτησή της για σκληρή τιμωρία των ενόχων, που κρύβονταν μέσα σ’ αυτή την ανάλγητη κυβέρνηση των ξεδιάντροπων δολοφόνων…
Η γνωστή κινηματική ενορχήστρωση, με την οποία η Αριστερά ενισχύει κάθε προσπάθεια, που, στην δική της λογική, μπορεί να ταρακουνήσει και να υπονομεύσει το «σύστημα», δηλαδή την «μισητή εξουσία» της Δεξιάς, τέθηκε με ενθουσιασμό, χωρίς επιφυλάξεις και ενδοιασμούς, στην υπηρεσία της Καρυστιανού, με την βεβαιότητα ότι η «διεφθαρμένη» κυβέρνηση διάγει τις τελευταίες ημέρες του ενοχλητικού βίου της…
Κινητοποιήσεις, συλλαλητήρια, διαμαρτυρίες, καταγγελίες, περισπούδαστοι «επιστήμονες», βαθυστόχαστοι «εμπειρογνώμονες», λαλίστατοι «ειδικοί» και, κυρίως, ο «λαός» της Αριστεράς, αυτός που αγκαλιάζει με πάθος και ορμή κάθε υποψία αμφισβήτησης, αναστάτωσης και αναταραχής, με προοπτική το χάος και την ανατροπή, στοιχήθηκαν στο άρμα της Μαρίας Καρυστιανού και μετέτρεψαν τον πόνο για την αβάσταχτη απώλεια σε ιαχή θριάμβου για την επικείμενη πτώση της «αντιλαϊκής» κυβέρνησης…
Άνθρωποι που δεν είχαν χύσει δάκρυ για το Μάτι, νέοι και νέες, που θεωρούσαν ότι ο Κουφοντίνας και οι βδελυροί φονιάδες του προσέφεραν «κοινωνικό έργο», λαϊκοί «αγωνιστές» που, ψυχρά και αδίστακτα, έκριναν ότι οι αδικοχαμένοι υπάλληλοι της Marfin πλήρωσαν δίκαια το «λάθος» τους να μην απεργήσουν, όλος αυτός ο συρφετός του αριστερόστροφου καιροσκοπισμού και της «προοδευτικής» ευαισθησίας, που συγκινείται επιλεκτικά και δακρύζει κατά παραγγελία, ταυτίσθηκαν με την Καρυστιανού και ύψωσαν τείχος προστασίας γύρω από την κάθε της λέξη, την κάθε της κίνηση, την κάθε στάση της, που υποδήλωνε ένα και μοναδικό στόχο: την αποπομπή της ανάλγητης κυβέρνησης και την σκληρή τιμωρία των «δολοφόνων» υπουργών της…
Ακόμη και όταν οι λοιποί συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών, άρχισαν ένας – ένας να προβληματίζονται με την αλαζονεία της κυρίας, να διαχωρίζουν την θέση τους από την διαχείριση των οικονομικών του «Συλλόγου» στον οποίο προήδρευε, να εκφράζουν την αντίθεσή τους με την προφανή πολιτικοποίηση του δικού τους δράματος και, τελικά, να καταγγέλλουν την «Μαρία» και να αρνούνται την ταύτισή τους μαζί της, ακόμη και τότε, η Αριστερά έμεινε πιστή στο σχέδιο, που είχε εξυφάνει το κουρασμένο από τις αποτυχίες μυαλό της:
Η «Μαρία», που, εν τω μεταξύ έχει αφήσει να διαφαίνονται οι βλέψεις της για την πολιτική, παρέμενε εξαιρετικά χρήσιμη και αποτελεσματική, όσο έδειχνε ότι μπορεί να κουβαλήσει στις πλάτες της συναισθήματα, εντυπώσεις, φιλοδοξίες και «οράματα», που η αιώνια αβελτηρία της Αριστεράς δεν είχε την ικανότητα και την δύναμη να μετατρέψει σε πολιτικά όπλα έναντι του κυβερνώντος «εχθρού»…
Σύμπασα η Αριστερά ήθελε την Μαρία στην πολιτική, αλλά όχι όπως ήθελε εκείνη τον εαυτό της: την ήθελε υποχείριό της και «δούρειο ίππο» της, όχι αρχηγό κόμματος και ανταγωνιστή της, για τις ψήφους των μονίμως διαμαρτυρομένων και «αναξιοπαθούντων», που αποτελούν το εν δυνάμει ακροατήριό της… Στα μάτια της ανερμάτιστης Αριστεράς, άρχισε να διαφαίνεται ο φόβος μήπως η «Μαρία» με το δικό της κόμμα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε «κώμα» τα δικά τους κόμματα!…
Και, επί τέλους, έφτασε η ώρα της κρίσεως: Γεννήθηκε η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» και τα «αποκαλυπτήρια» άρχισαν, αργά και μάλλον βασανιστικά, να αναδεικνύουν μια άλλη «Μαρία» από αυτή που είχαν φανταστεί οι αριστερόστροφοι χειροκροτητές της: Μια «Μαρία» που ξαφνικά, άρχισαν να την κατηγορούν ως «ακροδεξιά», «συντηρητική», «άσχετη» με την πολιτική, χωρίς «προοδευτικές» ιδέες και «φιλολαϊκό» πρόγραμμα, κάτι, τέλος πάντων, μεταξύ Νατσιού και Βελόπουλου, εντελώς ξένη, σε σχέση με την «Ηγερία», που είχαν πλάσει στα τρελά όνειρά τους…
Τώρα πια η Μαρία Καρυστιανού μάλλον θα έχει αρχίσει να αισθάνεται τα αδιέξοδα, στα οποία την έχουν οδηγήσει η ανίερη εκμετάλλευση μιας πραγματικής τραγωδίας, η αδικαιολόγητη μεγαλομανία της, η άκρατη φιλοδοξία της και η ασύστολη πεποίθησή της ότι όλοι αυτοί που σχεδόν την είχαν αγιοποιήσει, συμμερίζονταν ό, τι η ίδια προσπαθούσε να εκφράσει και να μετατρέψει σε «ρομφαία» εκδίκησης…
Τώρα, πλέον, η «Μαρία» είναι υποχρεωμένη να συνειδητοποιήσει την σκληρή αλήθεια: ότι, δηλαδή, οι ενθουσιώδεις χειροκροτητές της, απλώς εκμεταλλεύονταν, στυγνά και απάνθρωπα, έναν πόνο, που, στην πραγματικότητα, ελάχιστα αισθάνονταν, αλλά, χωρίς ίχνος σεβασμού και ντροπής, διαλαλούσαν ως δικό τους και υποκριτικά διατυμπάνιζαν ως παλλαϊκό «αίτημα» για λογοδοσία, διαφάνεια και δικαιοσύνη…
Τώρα πια τα «ξυλόλια», τα χαμένα βαγόνια», τα «παράνομα φορτία», το «λαθρεμπόριο του ΝΑΤΟ», η «συγκάλυψη» και το «μπάζωμα», μοιάζουν ξεχαρβαλωμένα παιγνίδια στα χέρια μιας μάλλον αφελούς κυρίας, που δεν είχε την δυνατότητα να ξεχωρίσει το προσωπικό της δράμα από την υποκρισία και την δόλια εκμετάλλευση εκείνων που κάποτε την εξυμνούσαν – μέχρι την στιγμή που το «στυμμένο λεμόνι» στέρεψε από τους χυμούς του, αφήνοντας την «Ελπίδα» χωρίς ελπίδα…



