Του Αντώνη Βενέτη
Το 1923 ο Γερμανός συνθέτης Χανς Λάιπ, που είχε πολεμήσει στα λασπωμένα χαρακώματα Α΄ Π.Π., είχε την έμπνευση να γράψει, περισσότερο σαν ποίημα, για ένα κορίτσι που περίμενε κατώ από φανοστάτη, έξω από τον στρατώνα, τον στρατευμένο της αγαπημένο, και να την βαφτίσει με το μαγικό όνομα Λιλή Μαρλέν.
Το 1938 ο συνθέτης Νόρμπερτ Σούλτσε το μελοποίησε, και έκανε ζωηρό το σκοπό, σε ρυθμό εμβατηρίου.
Το τραγούδησε πρώτη η Λάλε Άντερσεν, μία σχετικά άσημη τραγουδίστρια, με βαθιά κάπως βραχνή και αισθησιακή φωνή.
Λίγο αργότερα, με την έναρξη του Β΄ Π.Π., ο πόλεμος το απογείωσε και εκατομμύρια στρατιωτών σε όλα τα μέτωπα το έχουν στα χείλη τους.
Έτσι, από τον Ραδιοσταθμό του Βελιγραδίου που είχαν κατακτήσει οι Γερμανοί το 1941, και τον ενίσχυσαν με ισχυρό πομπό, τα ραδιοκύματα έφταναν στα γερμανικά στρατεύματα του Άφρικα Κορπς, που τα διοικούσε ο θρυλικός στρατηγός Έρβιν Ρόμελ, στην έρημο της Βόρειας Αφρικής.
Το τραγούδι άρχιζε με ένα σάλπισμα και μια τυμπανοκρουσία και συνέχιζε μέχρι τέλους με ένα ζωηρό στρατιωτικό ρυθμό.
Τα λόγια του μιλούσαν στην ψυχή των στρατιωτών που ήσαν μακριά από τις αγαπημένες τους, νοσταλγικά και τρυφερά.
Κυρίως, όμως, είχε το ρεφραίν, που όλοι μπορούσαν να το τραγουδήσουν χαρούμενα:
«Κοντά στον στρατώνα μπρος στον μεγάλο πύργο υπήρχε ένα μεγάλο φανάρι και υπάρχει ακόμα εκεί. Εκεί θα ξαναβρεθούμε, στο φανάρι θα σταθούμε,μοναδικη Λιλή Μαρλέν (δις)».
Γρήγορα το υιοθέτησαν και οι Βρετανοί στρατιώτες που άκουγαν και αυτοί τον Ραδιοσταθμό του Βελιγραδίου.
Έτσι το 1944 η Λιλή Μαρλέν είχε γίνει η μεγαλύτερη παγκόσμια επιτυχία, σε πολεμική περίοδο.
Τον τραγουδούσαν κάπως φάλτσα και ζωηρά οι στρατιώτες των αντιπάλων στρατοπέδων.
Τελείωνε με μια αισιόδοξη προοπτική «…εμείς θα στεκόμαστε πάντα στο φανάρι, μ’ εσέ Λιλή Μαρλέν».

