Αυτό που δεν θα γίνουμε… Του Ηλία Καραβόλια

38

Του Ηλία Καραβόλια

“Κάτοικοι μιας γεωγραφικής περιοχής που κατοικήθηκε από ανθρώπους που προσπάθησαν να γίνουν κάτι. Η προσπάθεια αυτή και οι καρποί της, τους έκαναν Έλληνες. Εμείς δεν καταβάλλουμε καμία παρόμοια προσπάθεια. Επειδή πιστεύουμε ότι είμαστε Έλληνες. Δεν είμαστε Έλληνες. Το ελληνικό δεν είναι ευρήματα ανασκαφών και διεκδικήσεις αρχαιοτήτων, δεν είναι κομπορρημοσύνη μεταπρατών και διαπραγματεύσεις κυβερνητικών παραγόντων. Και δεν είναι εξαγγελίες υπουργείων και τουριστικοί πομφόλυγες. Το ελληνικό είναι επίκτητο.”
(Δημήτρης Δημητριάδης)

———————

Ο συγγραφέας του εμβληματικού “Πεθαίνω σαν χώρα” (1978) επανήλθε μετά από 40 χρόνια γράφοντας το “Εμείς και οι Έλληνες” ( έκδ. Σαιξπηρικόν). Όταν το έγραψε (2018) η χώρα είχε ήδη περάσει την κρίση των μνημονίων, όμως το σημαίνον “ταυτότητα” παρέμενε για την νεοελληνική κοινωνία μια έννοια έωλη, παλινδρομική, μια διαρκής ταλάντευση ανάμεσα σε Ανατολή- Δύση, παζάρι-αγορά, ένα ισοζύγιο συμμόρφωσης με κανόνες και άγραφους νόμους.

“Η Ελλάδα αποκλείει την ταύτιση μαζί της. Αποκλείει την ταυτότητα και όλα τα παράγωγα της : την οικειότητα, την συγγένεια, την κατοχή, την ασφάλεια” γράφει ο Δημητριάδης με χειρουργική ακρίβεια.

Η αλήθεια είναι ότι ζούμε ουσιαστικά ως δέσμιοι ενός εθνικού φαντασιακού, μιας συνθήκης νοητικής αγκύρωσης (anchoring) στο προγονικό μεγαλείο.

“Το δεδομένο και το εξασφαλισμένο αποκλείουν την προσπάθεια. Ο αποκλεισμός της προσπάθειας μας αποκλείει από το να γίνουμε Έλληνες. Όσο δεν προσπαθούμε να γίνουμε Έλληνες, ούτε είμαστε ούτε θα γίνουμε ποτέ Έλληνες” μας υπενθυμίζει, χωρίς να το συνδέει απαραίτητα με την ελλιπή μας παραγωγικότητα, τον κυνικό ψευδοοικονομισμό, και την περιορισμένη δημιουργικότητα, την οριοθετημένη καινοτομική μας εμβέλεια σε διάφορους τομείς.

Άλλο πράγμα φρονώ ότι μας λέει : “Ο κληρονόμος διαπιστώνει ότι οφείλει να αγωνιστεί προκειμένου να του αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας πάνω στην θεωρούμενη ως δεδομένη και εξασφαλισμένη κληρονομιά του”.

Και σε αυτό, το έχω ξαναγράψει εγώ προσωπικά, ταιριάζει το ρητό που πάντα θεωρώ ότι αναδεικνύει το μείζον της μη συγκρότησης συλλογικού στόχου : η αφθονία προθύμων, η υπερπληθώρα από κληρονόμους, φωστήρες και σωτήρες, στον τόπο αυτό.

Ο Δημητριάδας (εν μέρει το έκανε και ο Ράμφος με τον Γιανναρά, λιγότερο το επικέντρωνε εκεί ο Τσουκαλάς και κάποιοι γαλλοτραφείς στοχαστές) μας καλεί να δούμε την ευεργετική ρήξη με την συνέχεια, “την θραύση του κεκτημένου”.

Το ξεβόλεμα όμως είναι που μας λείπει στον τόπο αυτό, σχεδόν όλους (πχ : με μια αιώνια σιωπηρή συμφωνία, ρίχναμε ο ένας στον άλλο με πληρωμές και ταμειακές αποδείξεις, και όλοι μαζί κλέβαμε το κράτος, επειδή μας έκλεβε και αυτό φυσικά)

Αλλά αφήστε το κοινωνικό-οικονομικό : “Το ότι μιλούμε την ίδια γλώσσα επίσης δεν σημαίνει τίποτε. Τη γλώσσα πρέπει να την σκέφτεται κανείς για να την μιλήσει. Πρώτα σκέφτομαι τη γλώσσα και μετά την μιλώ. Ποιος σκέφτεται τη γλώσσα εδώ; Ποιος κάτοικος αυτής της γεωγραφικής περιοχής μιλά τη γλώσσα επειδή πρώτα την σκέφτεται;”

Η χώρα έχει ένα πολιτισμικό απροσδιόριστο πεδίο, μια κουλτούρα εκδυτικισμού που πιθηκίζει χωρίς να πρωτοτυπεί. Μια νοοτροπία αναδελφικής μοναδικότητας : δείτε πχ τώρα τι συμβαίνει.
Ούτε 10 χρόνια μετά την χρεοκοπία μας που έμαθε όλος ο πλανήτης, μιλάνε λέει στο εξωτερικό για “χώρα – παράδειγμα” (πουθενά άλλου φυσικά δεν έφθασε να χρωστάει το 40% των ιδιωτών και να τους δίνει η εκεί εφορία τους και το σύστημα, διάρκεια αποπληρωμής 120 δόσεις !)

Και συνεχίζεται φυσικά η εμμονική αναπτυξιολογία, κενή περιεχομένου, ένα ψευδεπίγραφο προοδευτικό σκηνικό μακροβελτίωσης υπερχρεωμένων όμως οικονομικών υποκειμένων, μη ανταγωνιστικών και μη προετοιμασμένων όταν κλονιστούν ξανά τα διεθνή καπιταλιστικά συστημικά θεμέλια.

Ειδικά σήμερα, που ως προτεκτοράτο μεγάλων ισχυρών, ως χώρα -χώρος, η Ελλάδα περιδινίζεται στην παγκόσμια αναταραχή προσποιούμενη την ισχυρή και κυρίαρχη κρατική οντότητα.
Η νεοελληνική φαντασίωση – έξω από κομματικά και πολιτικάντικα ιδεώδη – είναι η διαρκής “σύλληψη του ανέφικτου”, αυτό το μη οριοθετημένο και άστοχο που είπε πρόσφατα ένας πρώην πρωθυπυργος για την έννοια της πολιτικής (η διεύρυνση του εφικτού)

Ο Δημητριάδας μας θυμίζει αυτό που θεωρώ ότι όλοι βλέπουμε πχ στην οδηγική μας συμπεριφορά : την παραβίαση του ορίου που διαχωρίζει αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε από εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είμαστε.

Δεν πεινάμε, δεν στερούμαστε, δεν μας λείπουν τα ουσιώδη αλλά νιώθουμε μονίμως πίσω από τους άλλους λαούς :

“Για να είναι ένας λαός δημιουργικός” γράφει ο σπουδαίος συγρραφέας “οφείλει να ζήσει την έλλειψη εκείνου που τον έκαναν να πιστεύει πως είναι. Και να δημιουργήσει τους τρόπους με τους οποίους θα καλύψει την έλλειψη. Έτσι δημιουργούνται πολιτισμοί. Με την κάλυψη του κενού”

Ναι έχει δίκιο, απόλυτο δίκιο : “Ρήξη μας χωρίζει από τους Έλληνες.Χάσμα χάσκει ανάμεσα σ’ εμάς και την Ελλάδα”

Ξέρετε, μπορεί να τους μεμφόμαστε τους ευρωπαίους και τους εταίρους/ δανειστές μας, όμως παρά πολλοί λέμε μέσα μας, και μεταξύ μας, το περίφημο “αν ζούσαν άλλοι εδώ, θα ήταν διαφορετική χώρα”.

Ο Δημητριάδας γίνεται πιο κυνικός : “Μόνον ως ξένοι δικαιούμαστε να κατοικούμε σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Μόνον ως ξένοι δικαιούμαστε να μιλούμε αυτήν τη γλώσσα.Θάλασσες, νησιά και βουνά, εξαντλήθηκαν στις γιγαντοαφίσες”

Αλήθεια, ρωτάω προβοκατόρικα εγώ : μπορούμε να απαρνηθούμε τα 30 εκατομμμυρια επισκεπτών και τα δισεκατομμύρια ευρώ που μας αφήνουν για 6-7 μήνες ;

Παλεύουμε μεταπολιτευτικά, πετύχαμε το διώροφο, την μεζονέτα, το ακριβό αμάξι, τις σπουδές των παιδιών, το καλό γραφείο, σπαταλήσαμε ως κοινωνία, “όλοι μαζί τα φάγαμε”, καταχρεωθήκαμε ιδιωτικά και κρατικά, πέσαμε και σηκωθήκαμε, αλλά το νιώθουμε μέσα μας πάντα αυτό : προσπαθείς βρε αδελφέ να καλύψεις την απόσταση (από την “ένδοξη” Ελλάδα) και δεν μπορείς.

Και ξέρετε γιατί ; (διαφωνώ εδώ με τον Δημητριάδα αλλά θα τολμήσω να το πω) : δεν “υπάρχει” η Ελλάδα, δεν υπήρξε ποτέ. ‘Ήταν είναι και θα είναι μια ονείρωξη μεταξύ λαγνείας για το “ανηκομεν εις στην Δυσιν” και υπαρξιακής σχετικότητας, μια φαντασίωση μεγαλείου, μια ιδέα (μικρομεγαλισμού) που ένωσε την συνείδηση του πολίτη με την τσέπη επαγγελματιών πολιτικών, απαξίωσε ή και υπερεκτίμησε διανοούμενους και όλο αυτό έθρεψε την καστοριαδική “άνοδο της ασημαντότητας”.

Εξακολουθούμε να κρύβουμε κάτω από τραγικές ηγετικές φιγούρες την δική μας έλλειψη διορατικότητας, επειδή δεν συμμετέχουμε στην παγκόσμια ανησυχία, ως “φιλοσοφικοί σύμβουλοι” έστω, του κακού που συμβαίνει.

Και όλο αυτό διότι δεν μας βολεύει να αλλάξουμε τρόπο και ζωή, βιοποριστική μέθοδο, δεν καιγόμαστε να παράγουμε παρά μόνο σπίτια ( παθητικό εισόδημα) και χρέη (βάρος στις επόμενες γενιές)
Και φυσικά δεν θα αποφύγουμε αργά ή γρήγορα (είτε με ψήφο στις κάλπες είτε με απλήρωτες δόσεις σε εφορία και τράπεζες) την δική μας απώθηση ευθυνών και την δική μας αποχή (με καφενειακή και σοσιαλμιντιακή συμμετοχή την καλύπτουμε) στο προνοείν του καιρού.

Θα κλείσω με την φράση του Δημητριάδη : “Είναι καιρός, οι κάτοικοι αυτής της γεωγραφικής περιοχής επιτέλους να τρομάξουν γι’ αυτό που είναι, γι’ αυτό που δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν θα καταφέρουν ποτέ να είναι”….