Αδιέξοδη αντιδραστική διπλωματία

68

Του ΚΩΣΤΑ  ΠΑΝΤΖΙΟΥ 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ελληνο-τουρκικά θα είναι στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας, όχι μόνο για τις δύο χώρες, αλλά και για το σύνολο του Δυτικού Κόσμου. Όμως, μετά την Συνάντηση του Βερολίνου, το όλο θέμα, προφανώς έχει τεθεί σε καινούργια βάση. Κατά την άποψη πολλών πολιτικών παρατηρητών, με αφετηρία το Βερολίνο, οι εξελίξεις στο θέμα αυτό προχωρούν και προδιαγράφονται εις βάρος της Τουρκίας –και ειδικότερα εις βάρος του καθεστώτος Ταγίπ Ερντογάν. Κάποιοι στην Ευρώπη ομιλούν για μία εξέλιξη με ιστορικά χαρακτηριστικά.

 

Πιστεύουμε πως έχουν δίκιο. Και να γιατί: Πρώτον, η ανάμιξη της Τουρκίας στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης, υπήρξε ο καταλύτης για μία νέα αντιμετώπιση του προβλήματος της Τουρκίας στις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στο χώρο της Μέσης Ανατολής και των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία. Δεύτερον, διότι, εν όψει του κινδύνου να καταστεί η Λιβύη μία νέα Συρία, αναγκάστηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση να βγει από τον γεωπολιτικό της λήθαργο και να αρχίσει να παίρνει πρωτοβουλίες. Το δήλωσε άλλωστε αυτό η Καγκελάριος της Γερμανίας κ. Άνγκελα Μέρκελ, μετά τη Συνάντηση του Βερολίνου. Το είπε δηλαδή με πιο διπλωματική γλώσσα. Τρίτον, οι ΗΠΑ, δηλαδή το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, συνειδητοποίησαν ότι η Ρωσία, μέσα στον κλιμακούμενο ήδη νέο ψυχρό πόλεμο, επιδιώκει να βγει για τα καλά και να ριζώσει στα θερμά νερά της Μεσογείου, όχι μόνο με «μοχλό» τον Χαφέζ Αλ Άσσαντ, αλλά και με την σημερινή τουρκική πολιτική ηγεσία. 

 

Όλα αυτά, δημιούργησαν ήδη μία νέα κατάσταση, σχετικά με τα ερείσματα της Δύσης στη ΝΑ Μεσόγειο, ενίσχυσαν τη γεωπολιτική χρησιμότητα της Ελλάδας, που θα είναι κάθε φορά μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας, ανάλογα με τη στάση της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας. Εξυπακούεται ότι οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να «χαρίσουν» την Τουρκία στον κ. Βλ. Πούτιν, γιατί η θέση της χώρας αυτής είναι γεωπολιτικά κρίσιμη, αλλά από τότε που υπάρχουν στον πλανήτη υπερδυνάμεις, αυτές φροντίζουν να σχεδιάζουν εναλλακτικές λύσεις, όταν τα συμφέροντά τους θίγονται και η κυριαρχία τους απειλείται.

 

Και μιας και μιλάμε για συμφέροντα, να μην ξεχνάμε τα δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανώνται από τους ενεργειακούς κολοσσούς των ΗΠΑ και της Ευρώπης, για την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου σε θαλάσσιες περιοχές της τετραμερούς «Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και Αιγύπτου», χώρες με τις οποίες εδώ και χρόνια έχει φροντίσει το καθεστώς Ερντογάν να δημιουργήσει έντονες αντιπαλότητες.

 

Για κάποια από αυτά τα θέματα, δεν θυμόμαστε να υπήρξαν κατά το παρελθόν σαφέστερες θέσεις –και σημαδιακές για την πολιτική ηγεσία της Τουρκίας– θέσεις από αυτές που περιλαμβάνονται στην επιστολή του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ κ. Μάικλ Πομπέο προς τον Πρωθυπουργό της χώρας μας κ. Κυρ. Μητσοτάκη. Είναι θέσεις ξεκάθαρες, τις οποίες κατά πάσα πιθανότητα, ο Έλληνας Πρωθυπουργός γνώριζε από πολύ νωρίτερα. Γιατί, κάποια σχέση θα είχε με την όλη αμερικανική στάση στο θέμα που δημιούργησε ο κ. Ερντογάν στη Λιβύη, η πρωτοβουλία που πήρε η ελληνική κυβέρνηση να καλέσει στην Αθήνα τον Στρατηγό Χαφτάρ.

 

Άλλωστε, ο κ. Μητσοτάκης, έχοντας τη συναίνεση του συνόλου σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας, καλά κάνει και έχει αλλάξει τη συνηθισμένη εφεκτική στάση της χώρας μας έναντι της τουρκικής αδιαλλαξίας και εχθρότητας. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Υπουργού Αμύνης κ. Ν. Παναγιωτόπουλου, σύμφωνα με την οποία, στις πιθανές αντιδράσεις της χώρας μας έναντι της τουρκικής απειλής, περιλαμβάνεται και η στρατιωτική εμπλοκή.

 

Επομένως, πιστεύουμε ότι τα ελληνο-τουρκικά, τα οποία ως θέμα είναι μία μόνο πτυχή της έντασης μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας, μπαίνουν σε μία φάση. Μία φάση, που συνοψίζεται στη φράση του κ. Κυρ. Μητσοτάκη: «Δεν θα περιμένουμε τον κ. Ερντογάν να μας πει τι θα κάνουμε».

 

Φυσικά, η Τουρκία έχει τα ερείσματα που προαναφέραμε, συν τους εκβια-σμούς με τους πρόσφυγες. Όμως, από εδώ και στο εξής, δεν έχει πολλές εναλλακτικές. Η μία είναι να συνεχίσει τις προκλήσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Και η άλλη είναι να λάβει πιο δυναμικά μέτρα. Το δεύτερο προσκρού-ει σε τόσους πολλούς αστάθμητους παράγοντες και παίκτες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, που μάλλον το καθιστά ανέφικτο και επικίνδυνο για την γειτονική χώρα. Όπως εξελίσσεται η πολιτική του Προέδρου κ. Ταγίπ Ερντογάν, υπάρχουν αρκετοί ειδικοί που διερωτώνται πόσο μπορεί να αντέξει μία τόσο πολυπράγμων και δαπανηρή δραστηριότητα, όταν η οικονομία της Τουρκίας επιδεινώνεται συνεχώς τα τελευταία δύο χρόνια.