Διάσκεψη ΝΑΤΟ: Η Ελλάδα, η Τουρκία και η «σωστή» πλευρά της ιστορίας… Του Γιώργου Παπανικολάου

39

Του Γιώργου Παπανικολάου

Το κακό με τη «σωστή πλευρά» της ιστορίας, όπως ανακαλύπτει τελευταία και η κυβέρνηση, είναι ότι διαπιστώνεται εκ των υστέρων, συνήθως από τους νικητές των μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.

Έως τότε, εξαρτάται από απρόβλεπτες μεταβολές στους συσχετισμούς δυνάμεων, όπως αυτές που κάνουν τώρα την Τουρκία στρατηγικά χρήσιμη στις ΗΠΑ, στο ΝΑΤΟ και σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Αν η σύρραξη ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν είχε καταλήξει σε καθαρή νίκη των πρώτων, τα πράγματα ίσως ήταν αρκετά διαφορετικά. Αντ’ αυτού, το Ιράν βγαίνει, κατά πολλούς αναλυτές, γεωστρατηγικά ενισχυμένο, η στενότατη σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ δείχνει να δοκιμάζεται και η Τουρκία αναβαθμίζεται.

Όχι μόνο σε σχέση με την απειλή της Ρωσίας, όπως τη βλέπει μεγάλο μέρος της Ευρώπης, κάτι που έχει συμβεί από καιρό, αλλά και ως σημαντικός παίκτης στους νέους συσχετισμούς, σε Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή.

Μέσα σε αυτό το γεωπολιτικό πλαίσιο θα διεξαχθεί στην Άγκυρα, αύριο και μεθαύριο (7-8 Ιουλίου), η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ. Επισήμως, θα επικεντρωθεί στην επαναβεβαίωση της συλλογικής άμυνας, τη στήριξη της Ουκρανίας, την αύξηση των αμυντικών δαπανών και τη μεταφορά μεγαλύτερου βάρους στους Ευρωπαίους συμμάχους.

Την ίδια ώρα, όμως, μια σειρά από ευρωπαϊκά κράτη -από τη Βρετανία των Eurofighter έως τη Γερμανία, την Ιταλία, τις Βαλτικές χώρες και την Ισπανία– επιθυμούν ξεκάθαρα τη στενότερη αμυντική συνεργασία με τη γείτονά μας, αδιαφορώντας παγερά για την υποκρισία που φανερώνει αυτή η στάση, δεδομένων των όσων συμβαίνουν με το καθεστώς Ερντογάν, τόσο απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο όσο και στο εσωτερικό της χώρας.

Σε αυτή τη συγκυρία, οι ελληνικές ενστάσεις, τα ζητήματα κυριαρχίας, Κύπρου και «casus belli», κινδυνεύουν δυστυχώς να αντιμετωπιστούν ως «ενοχλητική» λεπτομέρεια, που «παρεμποδίζει» τη νατοϊκή και ευρωπαϊκή άμυνα.

Η μεγάλη ευκαιρία του Ερντογάν

Εν ολίγοις, η Τουρκία δεν φιλοξενεί απλώς μία ακόμη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Για εκείνη, είναι ίσως η καλύτερη ευκαιρία των τελευταίων ετών για να επανατοποθετηθεί στον σκληρό πυρήνα της δυτικής άμυνας, σε μεγάλο βαθμό, με τους δικούς της όρους.

Στη Σύνοδο πρόκειται να συμμετάσχει και ο Ντόναλντ Τραμπ -ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που επισκέπτεται την Τουρκία μετά τον Μπαράκ Ομπάμα το 2015-, ενώ ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει προαναγγείλει ότι κατά πάσα πιθανότητα θα έχει διμερή συνάντηση μαζί του.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό «παράθυρο» για την Άγκυρα, διότι πολλά από όσα θέλει η Τουρκία δεν θα αποφασιστούν τυπικά από το ΝΑΤΟ, περνούν όμως μέσα από την Ουάσιγκτον, την Ευρώπη και τους εσωτερικούς συσχετισμούς της Συμμαχίας.

Ο πρώτος και πιο ρεαλιστικός στόχος της Τουρκίας είναι η πλήρης αποκατάσταση της εικόνας της ως «απαραίτητου συμμάχου». Η Άγκυρα θέλει να εμφανιστεί όχι ως το «κακό παιδί» της Συμμαχίας, αλλά ως η χώρα με τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ στο ΝΑΤΟ, ισχυρή αμυντική βιομηχανία, κρίσιμο ρόλο στη Μαύρη Θάλασσα, στα Στενά, στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο.

Κι αυτό είναι πολύ πιθανό ότι θα το πετύχει, πολιτικά, συμβολικά και επιχειρησιακά.

Δεύτερος στόχος της είναι η μεγαλύτερη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες και στις νέες αλυσίδες προμηθειών, χρησιμοποιώντας ως μοχλό το ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα θα πιέσει έντονα, ωστόσο η επιτυχία θα είναι μάλλον μερική.

Το ΝΑΤΟ μπορεί να στείλει πολιτικό μήνυμα υπέρ της «συμπερίληψης» των μη ευρωπαϊκών συμμάχων. Δεν μπορεί όμως να ανοίξει μόνο του τα ταμεία και τους μηχανισμούς της Ε.Ε., όπου υπάρχουν αντιστάσεις, κυρίως από Ελλάδα και Κύπρο.

Γι’ αυτό άλλωστε η Τουρκία προωθεί ανεξάρτητα τις διμερείς αμυντικές σχέσεις της με την Ευρώπη, προσπερνώντας το «αγκάθι» της ελληνικής συμμετοχής στα όργανα της Ε.Ε.

Τα δύο νέα «στρατηγεία» και οι στόχοι τους

Τρίτος στόχος αλλά πολύ σημαντικός -και επικίνδυνος για τη γεωπολιτική θέση της χώρας μας- είναι η ενίσχυση του ρόλου της Τουρκίας στη νέα αρχιτεκτονική διοίκησης του ΝΑΤΟ, κυρίως στη Μαύρη Θάλασσα και στο «νότιο μέτωπο», δηλαδή στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Εδώ εντάσσονται δύο κρίσιμες επιδιώξεις, με κοινή λογική. Τη θεσμοθέτηση της γεωγραφικής θέσης ως στρατηγικού πλεονεκτήματος. Στην Κωνσταντινούπολη, η Άγκυρα έχει ήδη ιδρύσει ναυτική διοίκηση που προορίζεται να ηγηθεί της ναυτικής διάστασης των μελλοντικών εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία στη Μαύρη Θάλασσα και τα στενά προς τη Μεσόγειο.

Στα Άδανα, το σχέδιο πολυεθνικού σώματος ή στρατηγείου υπό τουρκική διοίκηση, για την αντιμετώπιση κρίσεων από το νότιο μέτωπο, περνά από τη φάση της πρότασης στη φάση της προετοιμασίας. Το 6ο Σώμα Στρατού έχει ήδη οριστεί ως πυρήνας του, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2028.

Το ερώτημα της Συνόδου είναι πόσο μακριά είναι διατεθειμένοι να πάνε οι σύμμαχοι στη θεσμική κατοχύρωση της τουρκικής πρωτοκαθεδρίας σε αυτά τα δύο μέτωπα.

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη, διότι μεταφέρει σταδιακά την Τουρκία από τη θέση του «προβληματικού συμμάχου» στη θέση του επιχειρησιακού κόμβου, ιδίως σε περιοχές όπου η Αθήνα έχει άμεσο ενδιαφέρον -και μάλιστα με το πλεονέκτημα της «ξαφνικής αγάπης» από κράτη της ευρωπαϊκής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Τα τρίγωνα Τουρκία-ΗΠΑ-Ισραήλ και Ελλάδα-Ισραήλ-Κύπρος

Πίσω από τις επίσημες διεργασίες της Συμμαχίας υπάρχει κι ένα άλλο επίπεδο συσχετισμών, που δεν θα αποτυπωθεί σε κάποιο επίσημο ανακοινωθέν, με κεντρικό σημείο το Ισραήλ.

Η σχέση Άγκυρας-Τελ Αβίβ έχει εισέλθει σε φάση βαθιάς έντασης, με κεντρικό πεδίο τη Συρία, αλλά και τη Γάζα, την Ανατολική Μεσόγειο, όπου η γείτονα ενοχλείται από την εμβάθυνση των συμμαχικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου και Ισραήλ, αλλά και με αντικείμενο τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή.

Για την Τουρκία, η βαθύτερη ενσωμάτωση στο ΝΑΤΟ λειτουργεί πλέον και ως έμμεση θεσμική ασφάλεια απέναντι στο ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης αντιπαράθεσης με το Ισραήλ. Όχι βέβαια με την έννοια ότι η Συμμαχία θα εμπλακεί αυτομάτως σε μια τουρκοϊσραηλινή κρίση.

Όμως, όσο βαθύτερα είναι ενσωματωμένη η Τουρκία στις δομές διοίκησης, στις αποστολές και στην αμυντική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ, τόσο δυσκολότερο είναι να αντιμετωπιστεί ως περιφερειακός παίκτης δεύτερης κατηγορίας από μια χώρα που δεν είναι μέλος του.

Εδώ προκύπτει και ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο δίαυλος που χρειάζεται ο Ερντογάν προς την Ουάσιγκτον και το φρένο που θα αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη τουρκοϊσραηλινή κλιμάκωση -διότι δεν πρόκειται να συγκρουστεί εύκολα με το Ισραήλ για χάρη της Άγκυρας.

Τα F-35, το KAAN και η… Ιστορία

Ο μεγάλος στόχος της Τουρκίας, δηλαδή η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 και η άρση των κυρώσεων CAATSA για τους S-400, είναι μάλλον και ο πιο δύσκολος.

Στις επιμέρους αμυντικές συμφωνίες, πάντως, ο δρόμος έχει ήδη ανοίξει. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ γνωστοποίησε στο Κογκρέσο ότι προχωρά, αγνοώντας τις αντιρρήσεις ισχυρών βουλευτών του, σε πώληση κινητήρων άνω των 700 εκατ. δολαρίων για το τουρκικό μαχητικό KAAN.

Όσο για τα F-35, ο Τραμπ υπόσχεται δημόσια ότι θα κάνει «κάτι που θα κάνει τον Ερντογάν πολύ χαρούμενο». Ωστόσο, ακόμη κι αν ακουστεί ηχηρή εξαγγελία στην Άγκυρα, άλλο το πολιτικό σήμα κι άλλο η πραγματική επανένταξη.

Αυτή παραμένει ενδεχόμενο χαμηλής πιθανότητας όσο δεν λύνεται το ζήτημα των S-400 -εξαιτίας του νομικού πλαισίου και των αντιδράσεων στο Κογκρέσο, όπου δραστηριοποιούνται το ελληνικό και το εβραϊκό λόμπι.

Ευρύτερα, όμως, οι εξελίξεις μάλλον δεν θα είναι ευχάριστες για την Αθήνα. Η Ελλάδα μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται στη «σωστή πλευρά» της Ιστορίας. Όμως η Ιστορία, ιδίως στις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, δεν επιβραβεύει απλώς τη συνέπεια. Επιβραβεύει, πολύ ψυχρά, συχνά και περισσότερο, τη χρησιμότητα.

Αυτήν ακριβώς επιχειρεί τώρα να κεφαλαιοποιήσει η Τουρκία.

Πηγή: euro2day.gr