Ένα Σχέδιο για τη χωρική άρθρωση του Τουρισμού… Του Σταύρου Χρ. Τσέτση

35

(Μετα)ρύθμιση του παθογενούς συστήματος ή εγχείρημα εξωραϊσμού σε επενδυτικό φόντο;

Του Σταύρου Χρ. Τσέτση*

Ο Σχεδιασμός συνιστά Συνταγματική υποχρέωση και Ευρωπαϊκή δέσμευση.

Σταύρος Τσέτσης, Πρόταση ΓΠΣ Δήμου Ρόδου, Β1 φάση, 2010.

 

Η ανάπτυξη του εδάφους της Επικράτειας, συνολική ή τομεακή, όπως του κλάδου της Αναψυχής & του Ελευθέρου Χρόνου -βάσει των αρχών της βιωσιμότητας, της ισόρροπης διάταξης, της συνοχής της προστασίας των πολιτιστικών & περιβαλλοντικών πόρων, της ενδυνάμωσης των μειονεκτικών και δυσπροσπέλαστων περιοχών της χώρας- αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας.

Το άρθρο 106 του Συντάγματος, βάσει του οποίου το κράτος καλείται να προγραμματίσει και να συντονίσει τις οικονομικές δραστηριότητες & το άρθρο 24 περί προστασίας του Περιβάλλοντος, θεμελιώνουν (και) τις αναγκαίες, βιώσιμες, χωρικές παρεμβάσεις.

Παράλληλα, το άρθρο 195 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ της Συνθήκης της Λισαβόνας, 2009), εισάγει ρητά τον τουρισμό στις κοινοτικές αρμοδιότητες:

Η ΕΕ στηρίζει συμπληρωματικά τη δράση των κρατών μελών στον τομέα του Τουρισμού, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα του, προωθεί τις μεταξύ τους συνεργασίες και την ανταλλαγή καλών πρακτικών και προάγει τον αειφόρο και ποιοτικό τουρισμό.

Για τη χωρική διάσταση του εξεταζόμενου τομέα, ειδικότερα, οι εθνικές ενέργειες και στρατηγικές, εντάσσονται στο δεσμευτικό πλαίσιο του θεσμικού “acquis” της ΕΕ (Τσέτσης 1996, 2001, 2018, 2022, 2026).

Υπό αυτή τη λογική και δεδομένων των φαινομένων χωρικών στρεβλώσεων του τομέα που επιδιώκει να αντιμετωπίσει -παρά την εντυπωσιακή πρόοδο που σημείωσε ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά τις τελευταίες πέντε και πλέον δεκαετίες και των αναφυόμενων στοιχημάτων- η πρωτοβουλία είναι θετική.

Οι τάσεις διόγκωσης της τουριστικής βιομηχανίας διεθνώς, και το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την χώρα ως τόπου προορισμού και παραθεριστικής κατοικίας -και ως συνεπακόλουθο, η επενδυτική στροφή- και οι νέες και αναδυόμενες μορφές του, (yachting, κρουαζιέρα, αναρρίχηση, βραχυχρόνιες μισθώσεις κα), συνιστούν επιπρόσθετους λόγους.

Η εμπειρία κατέδειξε επαρκώς, ότι η χωρική διάσταση, υποτιμημένη εν πολλοίς, συνιστά μια εξαιρετικά κρίσιμη παράμετρο: Ως «προϊόν» -Ιστορικοί Ιστοί, Μνημεία & Τόποι, -πρόσβαση: λιμένες, μαρίνες & συγκοινωνιακό δίκτυο, ως επενδυτικός παράγοντας (αδειοδοτήσεις, επιδοτήσεις/κίνητρα), και γενικότερα ως λειτουργία του όλου τουριστικού πλέγματος.

Θεωρώντας ότι ο τομέας στη χώρα έχει εισέλθει σε τροχιά (λίαν) δυναμικής ανάπτυξης, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, -36 εκατ. διεθνείς τουριστικές αφίξεις, (2024, 15,6% υψηλότερες του 2019, ΤτΕ)-, -ιδιαίτερα έντονη στην κρουαζιέρα, στη β΄ κατοικία και στα καταλύματα πολυτελείας-, το παρόν κείμενο επιδιώκει να συμβάλει στο δημόσιο διάλογο.

Οι βαθμίδες Σχεδιασμού – Προγραμματισμού σε ασύμπτωτες πορείες;

Ένα Σχέδιο ή Πλαίσιο Χωρικού Προγραμματισμού, εντάσσεται εκ των πραγμάτων στο Εθνικό Σύστημα Χωροταξίας, άμεσα συνδεδεμένο, τόσο με υπερκείμενες όσο και υποκείμενες σχεδιαστικές κλίμακες.

Ανακύπτουν, ως εκ τούτου, σειρά ερωτημάτων, στην κορυφή των οποίων βρίσκονται:

Μπορεί ένα τομεακό Σχέδιο ή -στην πιο γενική, αν όχι αφαιρετική του μορφή- ένα Πλαίσιο, να εκπονηθεί αποδοτικά, ερήμην ενός ολιστικού Σχεδίου Χωροταξικής (ανα)διάρθρωσης της χώρας, σε επίπεδο επικράτειας; Δύναται να αγνοηθεί ένα Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο (ΕΧΣ) σύστοιχο με τις μελλοντικές απαιτήσεις μιας (αναγκαίας) Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς, της Ευρωπαϊκής, ευάλωτης ωστόσο στους κραδασμούς μιας μη αναστρέψιμης παγκοσμιοποίησης, όπου η ανταγωνιστικότητα αποτελεί κεντρικό στοιχείο; (ο Ευρωπαϊκός Χώρος στο πέρασμα στον 21ο αιώνα, Σταύρος Χρ. Τσέτσης, Εκδόσεις Παπαζήση, 2001).

Ένα ΕΧΣ -η έλλειψη του οποίου αποτελεί ευρωπαϊκή εξαίρεση [Σταύρος Τσέτσης: Αναπτυξιακά Αρχέτυπα & Γεωχωροταξία, Άμμων, 2022]- καλείται να προσδιορίσει καθοριστικά μεγέθη για τομεακές/περιφερειακές/τοπικές χωρικές παρεμβάσεις, μέσο-μακροπρόθεσμα: Δημογραφικά, ποσοτικοποιημένες στοχεύσεις, στρατηγική & μέσα, συνέργιες τομεακών Σχεδίων & επεμβάσεων, γεωστρατηγικούς προσανατολισμούς, ενθυλάκωση των επιμέρους κύριων Ευρωπαϊκών Πολιτικών, για να αναφερθούν τα σημαντικότερα.

Δεν μπορούν κύριες σχεδιαστικές συνισταμένες που αφορούν ενότητες ή σύνολα να ακολουθούν διαφοροποιημένες μη εμφανώς ιεραρχημένες προγραμματικές διαδικασίες, δίχως να εντάσσονται σε μια Εθνική Χωροταξική Πολιτική, στη βάσει ενός Σχεδίου για το σύνολο του εδάφους της Επικράτειας.

Το έλλειμα ενός ΕΧΣ καλείται να καλυφθεί, μερικώς και σε ένα βαθμό, μεσοπρόθεσμα, από τις κατευθύνσεις Ευρωπαϊκών Στρατηγικών των Προγραμματικών περιόδων 2021-2027 και 2028-2035, εφόσον ληφθούν αρκούντως υπόψιν ουσιαστικά και ουδόλως μόνον στη διάσταση της απορρόφησης κοινοτικών πόρων. Ή και εμπειρικά, με ότι μια τέτοια προσέγγιση συνεπάγεται.

Δηλαδή, «Τόποι» υψηλής ζήτησης -όπως τα νησιά της Ρόδου της Μυκόνου ή της Κέρκυρας,

ΓΠΣ Δήμου Αφάντου, 2014, τελικό. Ομόφωνες αποφάσεις ΔΣ Αφάντου. Σταύρος Τσέτσης, Νοέμβριος 2010 & Δήμος Ροδίων 2014.

ιδωμένα ως ενιαίες ενότητες -πως και με τι κριτήρια (διεθνή, ΕΕ, εθνικά, Περιφερειακά) προσδιορίζουν το ρόλο τους στο αναδυόμενο πλέγμα Ευρωπαϊκών/Μεσογειακών αστικών/ οικιστικών κέντρων και δικτύων;

Ο ρόλος, σε συντονία με άλλους αναπτυξιακούς πόλους, προσδιορίζει πληθυσμιακά μεγέθη (συμπεριλαμβανομένων των επισκεπτών & αυτών της β΄ κατοικίας), δραστηριοτήτων που εγγυώνται τη μη σύγκρουση Χρήσεων Γης, την άρθρωση τους βάσει στοχεύσεων συνοχής και αναδιάρθρωσης της ζήτησης, στο σύνολο της εδαφικής ενότητας, ενδεχομένως σε παραπληρωματική βάση.

Το “vacuum” του Επιτελικού Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου.

Είναι πρόδηλο ότι η απουσία ενός σύγχρονου Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου, πέραν των άλλων, καθιστά τις επιμέρους Χωρικές επεμβάσεις -τομεακές ή σε επίπεδο ΟΤΑ- θεσμικά μη αρκούντως ισχυρές έναντι αντιρρήσεων και προσφυγών. Τίθενται παράλληλα ζητήματα ιεράρχησης των αστικών/οικιστικών δικτύων, σε σύγχρονη βάση.

Ο κατακερματισμός εξάλλου Σχεδίων, δίχως κεντρικό συντονιστικό θεσμικό εργαλείο, ενός σύγχρονου ΕΧΣ, τουρισμού, βιομηχανίας, ΑΠΕ ή και οδικού δικτύου και Χωρικών Επεμβάσεων σε τοπικό επίπεδο -εγείρει ζητήματα συμβατότητας και λειτουργικότητας. Προκαλεί παράλληλα αβεβαιότητα και ασάφεια στους άμεσα εμπλεκόμενους- οι οποίοι κατά κανόνα, μη συμμετέχοντες ή παίρνοντας μέρος ως «φύλλο συκής» (;), σε ολιγοήμερες e-διαβουλεύσεις, καλούνται να εφαρμόσουν αποφάσεις, δίχως να έχουν ουσιαστικό λόγο.

Αλλαγή σχεδιαστικού «δόγματος».

Οι αρτιότητες -[των 8, 2 και 10 στρ. που προτείνει το Πλαίσιο για την εκτός Σχεδίου (οικο)δόμηση μονάδων- αποτελούν σημαντική συνισταμένη, ιδίως για τις ΜΜΕ του τομέα, οι οποίες και συνιστούν τη «ραχοκοκαλιά» της τουριστικής δραστηριότηταςˑ και αποτελούν τον πλέον νευραλγικό παράγοντα συνοχής και αποτροπής φαινομένων συρρίκνωσης ως και εγκατάλειψης των μεθοριακών, απομακρυσμένων και μη προνομιακών περιοχών της χώρας.

Ως εκ τούτου, απαιτούνται ουσιαστικές διαβουλεύσεις με τους άμεσα ενδιαφερόμενους & τους ΟΤΑ, για την προσαρμογή και ενδεχομένως την εισαγωγή παρεκκλίσεων για ειδικές χωρικές πραγματικότητες. Οι μεταβατικές διατάξεις θα διευκολύνουν την εφαρμογή των (τελικών) μέτρων.

Το πέρασμα από τη «λογική του laissez faire», στο σχεδιαστικό υφιστάμενο «δόγμα» -«παγιώνω», περιορίζω ή και συρρικνώνω τα υφιστάμενα εγκεκριμένα οικιστικά όρια «intra muros», δίχως ουσιαστικές επεκτάσεις- αφήνει αναπάντητο το καίριο μέλημα ενός χωροταξικού σχεδίου:

Που και πως διοχετεύεται και χωροθετείται η αστική δυναμική; Εντός εάν αυτή αφορά ή και προσανατολίζεται, μόνον, σε επενδυτικά σχέδια κλίμακας.

Διότι η ανεξέλεγκτη ή πλημμελώς προγραμματισμένη οικιστική δυναμική “extra muros”, δεν ανακόπτεται, ή ακριβέστερα δεν αναχαιτίζεται, δίχως στρεβλώσεις: Έξαρση της «γκρίζας» ή «τακτοποιημένης» δόμησης, αύξηση αγοράς ή και ενοικίασης κατοικίας και επαγγελματικής στέγης -ακόμη και έλλειμα καταλυμάτων, «τεχνητή» αύξηση πυκνότητας “intra muros”, αποτροπή επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Σταύρος Τσέτσης, σε συνεργασία με τον Δήμο Μυκόνου, 2006/7. Σχέδιο αναμόρφωσης του Χωροταξικού Σχεδίου Δήμου Μυκόνου, Ομόφωνη Απόφαση Δ.Σ.

Η ανωτέρω επισήμανση ισχύει στο ακέραιο για την εφαρμογή του Προεδρικού Διατάγματος «περί ορίων οικισμών κάτω των 2000 κατοίκων».

Η τέχνη της Πολεοδομίας προσφέρει ικανό αριθμό παραδειγμάτων διάταξης αστικής ανάπτυξης περιβαλλοντικά φιλικών, & σε ορθολογική βάση (Σταύρος Χρ. Τσέτσης: Σχετικά με τα όρια και τα κρίσιμα μεγέθη στο σχεδιασμό του αστικού φαινομένου, Newideas, 30.9.2022).

Αυτός εξάλλου είναι και ο κεντρικός τους ρόλος. Η εμμονή σε μια μόνο πολεοδομική τυπολογία
-η οποία αδόκιμα αποκαλείται ή νοείται ως «συμπαγής πόλη», αντί της συνεκτικής αστικής διάρθρωσης- αδιάκριτα, θα επισύρει χωρικές παραμορφώσεις, με οικονομικές, κοινωνικές αλλά και οικολογικές προεκτάσεις.

Οι αστικές/οικιστικές/χωρικές τυπολογίες, συναρτώνται από την ιδιοσυστασία του (κάθε) τόπου.

Η διεθνής εμπειρία όπως και εγχώρια παραδείγματα, δεν αφορούν περιθώρια αμφισβητήσεων.

Συνεπώς η επιλεγόμενη αστική τυπολογία ‘ανάπτυξης’, κάθε “urbs” σχεδιάζεται βάσει του “Genius Loci” και ουδόλως επιβάλλεται -ανεξαρτήτως συνθηκών- άνωθεν [Σταύρου Χρ. Τσέτση: Η «ιδιοσυστασία του Τόπου» και Αστικές Μεταμορφώσεις. Οικουμενοποίηση & Genius Loci. Άμμων, 2022].

Σταύρος Τσέτσης. Θεσμοθετημένο ΓΠΣ Δήμου Πεταλούδων, 2008.

Επενδυτικοί θύλακες σε χωροταξικό «κενό»; Η πρόσληψη του «Μέτρου».

Η κατεύθυνση του Πλαισίου, στο πνεύμα που επιτάσσει η διεθνής συγκυρία, εδράζεται στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την οποία διασφαλίζουν -πέραν της ύπαρξης ικανοποιητικού δικτύου υποδομών & συνδέσεων και οι πόροι τουριστικού ενδιαφέροντος- οι ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα ή και αυτές των συμπράξεων με το δημόσιο.

Οι μονάδες & οι τουριστικές υποδομές και πόροι, δεν βρίσκονται, ούτε λειτουργούν εν «κενώ»: τόσο ο ευρύτερος χώρος του -Τοπία, Μνημεία, Ιστορικά Σύνολα, Παραδοσιακοί Ιστοί- και γενικότερα το φυσικό και αστικό περιβάλλον τους και οι μεταφορικές συνδέσεις, τελούν σε αλληλοτροφοδοτούμενη και εξαρτημένη σχέση.

Κατά συνέπεια, προσεγγίζονται κατά τρόπο ολοκληρωμένο χωροταξικά και αναπτυξιακά.

Εν κατακλείδι: οι επενδύσεις δεν «εξοστρακίζονται, -υπόκεινται ωστόσο στο «Μέτρο του ελληνικού τρόπου»

Κατάλληλο εργαλείο για τον προσδιορισμό της σχεδιαστικής εκείνης κλίμακας που χαρακτηρίζει κάθε ξεχωριστό «τόπο» -ad hoc, αλλά ως συνολική χωροταξική παρέμβαση- πρωτίστως για ευαίσθητες περιοχές, αποτελεί η φέρουσα ικανότητα.

Η Φέρουσα Ικανότητα ως εργαλείο ανάσχεσης άλογων πιέσεων. Από τη Θεωρητική Μέθοδο, στη δοκιμασία της επιχειρησιακής πράξης.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Πολωνός Πολεοδόμος και πολιτικός Boleslaw Malisz, διατύπωσε την «Θεωρία των Ορίων», σύμφωνα με την οποία, η αστική ανάπτυξη συναντά όρια, πέραν των οποίων αναπτυξιακοί δείκτες, με όρους οικονομικούς, κοινωνικούς, υποδομών, περιβαλλοντικούς, μετακινήσεων, γίνονται αρνητικοί.

Δεν ήταν μία νέα ανακάλυψη:

Ο Αθηναίος Φιλόσοφος και μαθητής του Αριστοτέλης και στη σύγχρονη εποχή ο Ebenezer Howard με τις Garden Cities, έθεσαν όρια στην αλόγιστη επέκταση των πόλεων και πρότειναν, στη μεν κλασική εποχή (νέες) αποικίες, στη δε σύγχρονη, ο Howard, προώθησε πόλεις δορυφόρουςˑ ο δε Κ.Α. Δοξιάδης, διαβλέποντας την δημογραφική έκρηξη παγκοσμίως, επινόησε την «Δυνάπολη», ένα εξαιρετικά μελετημένο σύστημα διαδοχικών επεκτάσεων, εφόσον και όταν αυτές απαιτηθούν.

Οι θεωρητικές προσεγγίσεις έθεσαν ένα κεντρικό για τον πολεοδομικό προγραμματισμό ζήτημα, δίνοντας -σχεδιαστικά ορθολογικές- απαντήσεις.

Η δοκιμασία ωστόσο στην επιχειρησιακή πράξη, συνάντησε, αναμενόμενες σε ένα βαθμό, δυσχέρειεςˑ για να καταλήξει σε γενικώς αποδεκτά, εμπειρικά συμπεράσματα.

Σήμερα, η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» στον τουρισμό, σχετίζεται πρωτίστως με το μέγιστο όριο ανάπτυξης και επισκεψιμότητας που δύναται να δεχτεί μια περιοχή, διατηρώντας την κοινωνική συνοχή, αποτρέποντας παράλληλα φαινόμενα κοινωνικής έξωσης & γενικότερα υποβάθμισης των συνθηκών διαβίωσηςˑ διασφαλίζοντας επίσης την ανθεκτικότητα των τεχνικών και κοινωνικών υποδομών.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος της πολεοδομίας συνίσταται στον «σχεδιασμό της μελλοντικής εξέλιξης του αστικού φαινομένου και των κυρίων παραμέτρων που το στοιχειοθετούν (G. Astengo), είναι πρόδηλο ότι αφορά μια δυναμική συνισταμένη, η οποία επεκτείνεται και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες: π.χ. ναυπηγο/επισκευαστική, βιομηχανία, πρωτογενής υψηλής παραγωγικότητας, υπηρεσίες -η Νήσος Σύρος, η ευρύτερη περιοχή της Ελευσίνας/Μάνδρας, δίνουν το μέτρο μιας πολυκριτηριακής προσέγγισης.

Είναι λοιπόν άμεσα συναρτώμενη και σε αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση, με τις συνολικές μελλοντικές προβλέψεις.

Σε ορισμένες εδαφικές ενότητες μικρής κλίμακας -όπως τα νησιωτικά συμπλέγματα- φαίνεται ότι η φέρουσα ικανότητα, είναι πιο εύκολα προσεγγίσιμη.

Θα πρέπει ωστόσο να καταστεί σαφές ότι η «γκρίζα δόμηση», οι «τακτοποιήσεις», οι εξαγορές καταπατημένων και σε ένα βαθμό οι αναπτύξεις μέσω «θυλάκων» -οι οποίες ουσιαστικά σχεδιάζονται ερήμην των ενδιαφερόμενων ΟΤΑ- δυσχεραίνουν αυτόν τον προσδιορισμό της και σε κάθε περίπτωση την εφαρμογή της.

Η προστασία & ανάδειξη της «ιδιοσυστασίας του τόπου», ως πυρήνας της ανταγωνιστικότητας του.

Η «πραγματική φέρουσα ικανότητα» ενός τόπου, δεν εξαντλείται στους φυσικούς πόρους, αλλά αφορά στην ικανότητα του να διατηρεί:

  • την ιστορική του συνέχειαˑ
  • την κοινωνική του συνοχήˑ
  • την πολιτισμική του ταυτότητα,

καθώς τη θέση του μέσα στο ευρωπαϊκό χωρικό γίγνεσθαι.

Όταν μία πόλη χάνει τη μνήμη της, έχει ήδη υπερβεί τη φέρουσα ικανότητά της, ακόμη και αν οι στατιστικοί δείκτες φαίνονται «βιώσιμοι».

Η προσέγγιση της ενεργούς προστασίας του φυσικού, ιστορικού -συμπεριλαμβανομένων των Ιστορικών Κέντρων/Μνημείων/Τόπων & Πολιτιστικού Περιβάλλοντος- αποτελεί μια δοκιμασμένη πρακτική.

Σταύρος Τσέτσης: Η Αστική Εικονογραφία ως εργαλείο προστασίας της Αστικής Μορφολογίας της Πόλης Κέρκυρας, 1994.

Σε αυτή τη λογική, είναι επιτακτική ανάγκη να τεθεί δημόσια το θέμα της πυκνότητας & του κτηριακού ύψους -πρωτίστως, αλλά όχι μόνον, για τα αστικά κέντρα και τις μητροπολιτικές συναθροίσεις. Στη χώρα που επινόησε και ανέπτυξε τις θεμελιώδεις έννοιες του Λόγου, του Μέτρου, της Αναλογίας & της Συμμετρίας, διαχρονικά και σε διάφορες εκφάνσεις, δεν μπορεί να κακοποιείται η ιδιοσυγκρασία κάθε περιοχής -η ίδια η Ιστορική Μνήμη & Ταυτότητα τουˑ να αλλοιώνονται τα συστατικά χαρακτηριστικά του, τα οποία συνιστούν και κύρια στοιχεία της συνολικής ανταγωνιστικότητας της.

Η ολοκληρωμένη χωροταξική προσέγγιση, ως εκ τούτου, συνιστά μείζονα σχεδιαστική πρόκληση.

Ο «βρόχος» του ΠΔ περί Ορίων, οικισμών, αντιστρατεύεται στη Συνοχή, πέραν της Ανάπτυξης.

Λαμβάνοντας υπόψη τις [σαφώς αμφιλεγόμενες] αντιλήψεις του διέπουν (τις) αποφάσεις στο χωροταξικό σχεδιασμό, [σε κύκλους λήψεων αποφάσεων] σύμφωνα με τις οποίες:

  • αφορίζονται οι πολεοδομικές επεκτάσεις -σε αντίθεση με τη προσέγγιση του ιδρυτή της Οικιστικής Κ.Α. Δοξιάδη, το όνομα του οποίου φέρει το χρηματοδοτούμενο από το Ταμείο Ανάκαμψης σχετικό Πρόγραμμα, καθώς και τις δραματικά ατελέσφορες διαδικασίες (νέων) Πολεοδομήσεων/Ρυμοτομίσεων.
  • Το ΠΔ «περί ορίων Οικισμών μικρότερων των 2000 κατοίκων», σύμφωνα με το οποίο φέρεται να μειώνεται οριζόντια η [θεσμοθετημένη] εντός ορίων δόμηση, συρρικνώνοντας επίσης το περίγραμμα τουςˑ [σημειώνεται ότι οικισμοί αυτής της κατηγορίας ανά την Επικράτεια, συγκροτούν την «σπονδυλική στήλη» του πλέγματος τουριστικών προορισμών της χώρας: παράκτιοι, νησιωτικοί, ορεινοί],

κρίνεται, ότι η εφαρμογή του εν λόγω ΠΔ, αποτελεί πλήγμα τόσο στην κοινωνική, οικονομική & εδαφική συνοχή της χώρας, κατά τρόπο μη συμβατό με τις σχετικές επιταγές των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, όσο και, στη στόχευση της ανάπτυξης του βιώσιμου τουρισμού της χώρας, σε ισόρροπη άρθρωση.

Σημειώνεται ότι η νέα διαρθρωτική δέσμη 2028-2035, συνιστά αναντίρρητα κεντρικό εργαλείο υλοποίησης «Πράσινων & Ανθεκτικών Υποδομών». Η εμπειρία των συμπράξεων δημοσίου-ιδιωτικού, υπό το φως των νέων γεωπολιτικών δεδομένων, θα πρέπει να (συν)εκτιμηθεί, ως παράγων εθνικής ανταγωνιστικότητας.

Οι Ευρωπαϊκές Πολιτικές μεγιστοποιούν τις εθνικές αναπτυξιακές προσπάθειες.

Κύριες Ευρωπαϊκές Πολιτικές -για τη διαμόρφωση των οποίων η χώρα μας συμμετέχει ισότιμα στους κόλπους των κοινοτικών οργάνων- καθορίζουν ιδιαίτερα σημαντικές πλευρές του αναπτυξιακού τοπίου της, συμπεριλαμβανομένου του τουριστικού.

Δεν αφορά μόνον στη χρηματοδοτική ενίσχυση από την ΕΕ, πυλώνα της δημιουργίας/βελτίωσης κεντρικών υποδομών & ενδυνάμωση των επιχειρήσεων, όπως αναφέρθηκε.

Το Ενωσιακό Δίκαιο, καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας και ανάπτυξης του τομέα. Θα πρέπει, εκ των πραγμάτων, να αποτυπώνονται στην χωροταξική έκφραση της Τουριστικής της Πολιτικής.

Ενδεικτικά αναφέρονται:

Η κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική Μεταφορών -με διακριτό ελληνικό πλεονέκτημα στην τρέχουσα συγκυρία- συγκροτεί θεμέλιο της τουριστικής ανάπτυξης σε αειφόρο υπόστρωμα: Απελευθέρωση του πλαισίου θαλάσσιων και εναέριων μεταφορών, ναυσιπλοΐα μικρών αποστάσεων, yachting/ κρουαζιέρα, ενίσχυση συνδέσεων σε δυσπροσπέλαστες περιοχές, Διευρωπαϊκά/Πανευρωπαϊκά Δίκτυα Μεταφορών, Περιβαλλοντικά φιλική Αστική Κινητικότητα -τα ανωτέρω συνιστούν την άλλη όψη του αναπτυξιακού γίγνεσθαι.

Δεν μπορεί να μην ληφθούν υπόψη στον χωροταξικό σχεδιασμόˑ ελλείψει δε ενός ΕΧΣ, στις κατευθύνσεις των άλλων προγραμματικών βαθμίδων.

Ακόμη και προβλέψεις για το ραγδαία αναπτυσσόμενο πρότυπο των ίδιων των μέσων μεταφοράς (το Dubai, και η New York είναι μόνο η αρχή).

Πολιτικές της ΕΕ με ακανθώδεις προεκτάσεις, -όπως η ΚΑΠ, ήδη σε «σταυροδρόμι», η Ενεργειακή και η Περιβαλλοντική- η τελευταία υστερεί έναντι των δεσμεύσεων, συνιστούν κεντρικές παραμέτρους, οι οποίες δεν μπορούν παρά να αποτελούν συστατικό μέρος μιας Στρατηγικής για το Χώρο της Επικράτειας.

Θεματικές όπως η βραχυχρόνιες μισθώσεις με σοβαρές επιπτώσεις στην διαθεσιμότητα κατοικίας -παρότι πόλεις όπως η Φλωρεντία και η Βαρκελώνη δίνουν λύσεις- μια Ευρωπαϊκή προσέγγιση, θα μπορούσε να τις βελτιώσει/στηρίξει συμπληρωματικά.

Η «Τέχνη του εφικτού» στο Πλαίσιο για τον Τουρισμό, συνίσταται στη δραστική ενδυνάμωση της ελκυστικότητας του.

Το ανωτέρω, δεν είναι παρά σκέψεις -οι οποίες ωστόσο θέτουν κρίσιμα ζητήματα, τα οποία θα κληθούν να αντιμετωπιστούν ex-post, εάν ο σχεδιασμός δεν τα προκαταλάβει ως οφείλει.

Το χωροταξικό πλαίσιο για τον Τουρισμό, επιχειρεί να ρυθμίσει εκκρεμότητες του τομέα σε επενδυτικό υπόστρωμα. Είναι ιδωμένοι, υπό μια ιδιότυπη περιβαλλοντική οπτική, η οποία «θέτει τις οικοδομικές δεσμεύσεις» ως κύριο συστατικό της, δίχως εμφανείς διεξόδους διευθέτησης της οικιστικής δυναμικήςˑ χαρακτηριστικό άλλωστε, η οποία διέπει την όλη σχεδιαστική λογική των τελευταίων ετών.

Ασφαλώς μια πολεοδομική πολιτική, σε οποιαδήποτε κλίμακα, όπως κάθε πολιτική, παραμένει η «τέχνη του εφικτού».

Μια διασταλτική ειρωνεία του «εφικτού» θα μπορούσε, βάσιμα, να εστιάσει στην εφικτότητα της ανάγκης (δραστικής) αύξησης της ανταγωνιστικότητας και των συντελεστών που συγκροτούν το τουριστικό προϊόν.

Μια ολιστική χωροταξική πολιτική, η οποία αφομοιώνει τις κοινοτικές στρατηγικές & συνλειτουργεί με τους ΟΤΑ -με ποσοτικοποιημένους στόχους, σύστοιχη με αυτούς στρατηγική & συνεπακόλουθα μέτρα, συνιστά το καταλληλότερο θεσμικό εργαλείο συντονισμού & δημιουργίας συνεργιών.

Ειδάλλως, το όλο εγχείρημα συρρικνώνεται σε (κάποιους) όρους δόμησης, γενικές παραινέσεις περί προστασίας και αδάπανη ρητορική.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Για την κατανόηση των γενικότερων θέσεων του συντάκτη του άρθρου, παρατίθενται οι κάτωθι πηγές:

Σταύρου Χρ. Τσέτση:

  • Ο Ευρωπαϊκός Χώρος στο πέρασμα στον 21οαιώνα. Η μετεξέλιξη των Ευρωπαϊκών Συστημάτων & η ανάδυση της Γεωχωροταξίας, Εκδόσεις Παπαζήση, 2001.
  • Το τέλος των χωροταξικών αναχρονισμών, ως προϋπόθεση ανάπτυξης Newideas.gr, 5 Φεβρουαρίου 2021.
  • Ταμείο Ανάκαμψης, Αναπτυξιακή Δυναμική & Χωροταξικές Ανισορροπίες, Newideas.gr, 20 Μαΐου 2021.
  • Ευρωπαϊκές Πολιτικές, ο Λαβύρινθος της Χωροταξίας και οι μετέωροι ΟΤΑ, Newideas, 7 Απριλίου 2026.

*Πολεοδόμος