Πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουλίου 2026, στο Κέντρο Τύπου της ΓΓΕΕ η τελετή της αποδοχής δωρεάς της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης της οικογένειας Βοβολίνη προς την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης.
Στην τελετή αυτή απηύθυνε χαιρετισμό ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας – αν και στην πραγματικότητα επέλεξε να προβεί σε μια ευρύτερη, ιστορικού χαρακτήρα τοποθέτηση καλύπτοντας την δημοσιογραφική πορεία Σπύρου και Κωνσταντίνου Βοβολίνη, με φόντο τον δημόσιο βίο της εποχής που κάλυψαν οι εκδοτικές τους δραστηριότητες. Ορισμένα από τα κύρια στοιχεία της τοποθέτησης Κ. Τασούλα:
«Περισσότερα από 1.000 βιβλία παραδίδονται σήμερα στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης από την οικογένεια Βοβολίνη, η οποία πρωτοστάτησε στην έκδοση του Μεγάλου Ελληνικού Βιογραφικού Λεξικού και του περιοδικού Βιομηχανική Επιθεώρηση, η οποία πρωτοκυκλοφόρησε το 1934 και συνεχίζει σήμερα με άλλο όνομα, Οικονομική Επιθεώρηση.
Ο Σπύρος Βοβολίνης, τον οποίον είχα τη χαρά και την τιμή να έχω Προϊστάμενο καθώς υπήρξα ως φοιτητής συνεργάτης της «Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως» όταν ήταν πλέον στην οδό Ζαλοκώστα 4, ήταν ένας άνθρωπος τακτικός, οργανωτικός, τυπικός. Δεν άφηνε τίποτε ανεξέταστο και τίποτε που να μην το τακτοποιήσει. Ήταν πολύ οργανωτικός με τη ζωή του, αλλά είχε οργανώσει και το τέλος του. Μας άφησε λοιπόν μία σύσταση· να μην γίνουν μνημόσυνα για αυτόν, αλλά να φροντίσουμε, μετά τον ενταφιασμό του να τον λησμονήσουμε. Δεν μπορούμε να πειθαρχήσουμε σε αυτήν τη σύσταση.
Δεν μπορούμε να λησμονήσουμε έναν ευπατρίδη της δημοσιογραφίας, έναν άνθρωπο ο οποίος στα 24 του μόλις χρόνια διεπίστωσε την ανάγκη να εκπροσωπηθεί δημοσιογραφικά και εκδοτικά η ελληνική βιομηχανία, η οποία τότε εκκινούσε τον δρόμο της προς τα μπροστά. Ήταν τότε που ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γεώργιος Πεσμαζόγλου, στο πρώτο τεύχος της «ΒΙΟΜΕΠ», έγραψε ένα άρθρο όπου έλεγε ότι δύο είναι οι πυλώνες της οικονομίας: το εμπόριο και η γεωργία. Δεν μίλησε για την βιομηχανία. Φανταστείτε λοιπόν πόσο πρωτοπόρος και πόσο καλά ιχνηλατούσε το μέλλον ο Βοβολίνης στα 24 του, τότε που εξέδωσε τη Βιομηχανική Επιθεώρηση, όταν κανένα άλλο έντυπο τότε στην Ελλάδα δεν ασχολείτο με τη βιομηχανία.
Η Βιομηχανική Επιθεώρηση, την οποία διηύθυνε ο Βοβολίνης μέχρι το ‘90, υπήρξε ένα σπουδαίο περιοδικό, ένα περιοδικό το οποίο τίμησε την ελληνική γλώσσα· τα ελληνικά στα οποία εγράφετο η «ΒΙΟΜΕΠ» ήταν πολύ σωστά. Πίστευαν οι συντάκτες της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, υπό τις οδηγίες του Σπύρου Βοβολίνη, ότι η ελληνική γλώσσα συμπυκνώνει έναν αφάνταστο πλούτο, τον οποίο πρέπει να υπηρετούμε. Τα πολιτικά και οικονομικά σχόλια ήταν ανυπέρβλητα. Παρουσίαζε σε κάθε τεύχος την οικονομική επικαιρότητα, αλλά είχε και σχόλια πάνω στην πολιτική επικαιρότητα, και είχε μεγάλη έγνοια, να διατυπώνει σωστά τις εκφράσεις. […]
Ο Βοβολίνης ήταν πιο «βιομηχανόφιλος» ακόμα και από τους βιομήχανους. Πίστευε στη βιομηχανία περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ακόμα και οι ίδιοι οι βιομήχανοι. Κι αυτό φαίνεται στην πολύ ωραία έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξιστορεί την ωραία περιπέτεια της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. Βλέπουμε ότι ο Βοβολίνης μέσα στο διάβα των ετών προσπαθούσε να πείσει τους εκπροσώπους της βιομηχανίας να στηρίξουν συλλογικά τη Βιομηχανική Επιθεώρηση γιατί στην ουσία έτσι θα στήριζαν τον εαυτό τους, θα στήριζαν την ιδιότητά τους, θα στήριζαν το επάγγελμά τους.
Σε αυτή την προσπάθεια δεν έβρισκε πάντα ανταπόκριση. Ίσως γιατί η συλλογικότητα στην Ελλάδα είναι ένα ζητούμενο ακόμη και σήμερα. Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούν ότι θα διευθετήσουν τις υποθέσεις τους ατομικά και όχι συλλογικά. Προφανώς δεν σκέφτονταν όλοι οι βιομήχανοι να υποστηρίξουν ένα περιοδικό το οποίο αντιμετώπιζε τη βιομηχανία ως στήριγμα της κοινωνίας, της οικονομίας, της εργασίας και της ανάπτυξης της Ελλάδος.
Ήταν υπερήφανος ο Βοβολίνης, όπως ήταν και ο αδερφός του. Ήταν κομψός, καλοντυμένος, ξεχωριστός άνθρωπος που είχε οργανώσει τη ζωή του και την είχε κυριολεκτικά υποτάξει στον σκοπό της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. Οι άνθρωποι του περιοδικού αυτού ήταν η οικογένειά του. Η οικογένεια αυτή αργότερα συμπληρώθηκε από την αγαπημένη του ανιψιά, Αλεξάνδρα Βοβολίνη, η οποία προχωρά σήμερα σε αυτή τη χειρονομία, παραβιάζοντας σωστά την υπόδειξή του να τον ξεχάσουμε μετά από την αποχώρησή του από τη ζωή.
Είχα την τύχη ως φοιτητής της Νομικής, αρχές της δεκαετίας του ’80, μέσω του αείμνηστου Ευάγγελου Αβέρωφ, να γνωρίσω τον Σπύρο Βοβολίνη και να εργαστώ για λίγα χρόνια στη Βιομηχανική Επιθεώρηση, κρατώντας τη στήλη της κριτικής βιβλίου αλλά και πηγαίνοντας σε εκδηλώσεις στις οποίες ήταν καλεσμένος ο ίδιος και, λόγω ηλικίας ή λόγω κάποιας άλλης υποχρεώσεως, δεν μπορούσε να πάει. Και θυμάμαι πάντα, με τι σεβασμό με αντιμετώπιζαν όταν έλεγα ότι έρχομαι εκ μέρους της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. […]
Αυτό λοιπόν το περιοδικό, αυτό το εκδοτικό επίτευγμα διέθετε ένα απόθεμα γνώσεων, τη Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη των αδερφών Βοβολίνη που ήταν μια πολύτιμη πηγή στην οποία οι συνεργάτες του εντύπου κατέφευγαν συχνά.
Και αυτή η Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη σήμερα παραδίδεται στην Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης. Ένας πλούτος γνώσεων, ένας πλούτος σπάνιων βιβλίων από τα οποία αντλούσαν γνώση και εμπειρία οι συνεργάτες της Βιομηχανικής Επιθεώρησης και του περίφημου Βιογραφικού Λεξικού, ο οποίος είναι σήμερα στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου και είμαι βέβαιος ότι θα αξιοποιηθεί κατάλληλα».
Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τοποθετήθηκε ως εξής: «Σήμερα είναι μια ιστορική ημέρα για την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και τους ανθρώπους που έχουν περάσει από εδώ, για την ιστορία που έχει, η οποία συνεχίζεται για την ενημέρωση των πολιτών. Παραλαμβάνουμε εφημερίδες που “έζησαν” έναν αιώνα, περιοδικά που κατέγραψαν έξι δεκαετίες ελληνικής οικονομίας, βιβλία που εκδόθηκαν από το 1857 μέχρι και το 2025. Παραλαμβάνουμε τη μνήμη του ελληνικού Τύπου. Η δημοσιογραφική βιβλιοθήκη της οικογένειας Βοβολίνη είναι κάτι παραπάνω από μια συλλογή. Είναι ένα χρονικό: 768 τεύχη της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, 1.600 φύλλα εφημερίδων από 166 τίτλους. Εκδόσεις σπάνιες, τόμοι δεμένοι, σελίδες που “μυρίζουν εποχή”. Και φυσικά 910 φύλλα από το Ελληνικόν Αίμα, την εφημερίδα που τυπωνόταν παράνομα στην Κατοχή. […] Αυτό το οποίο συμβαίνει εδώ πρέπει να το δουν τα παιδιά, να το δουν τα σχολεία και πρέπει να περάσει στις επόμενες γενιές άθικτο. Αυτό είναι το δικό μας χρέος, το δικό μας καθήκον».

Από την πλευρά της η εκδότρια και δωρήτρια της δημοσιογραφικής βιβλιοθήκης της οικογένειας Αλεξάνδρα Κ. Βοβολίνη εξέφρασε την συγκίνησή της, αναφέροντας ότι γεννήθηκε μέσα στα βιβλία που βρίσκονταν πάντα διάσπαρτα στο κοινό γραφείο των δυο αδελφών Βοβολίνη – πατέρα της και θείου της – και παρατήρησε:
«Το γεγονός ότι το δημοσιογραφικό Αρχείο των αδελφών Σπύρου και Κωνσταντίνου Βοβολίνη βρίσκει την οριστική του στέγη στη Βιβλιοθήκη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, έρχεται να δώσει απάντηση σε μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες που είχα όλα τα χρόνια που το πολύτιμο αυτό υλικό βρισκόταν στα χέρια μου. Όποιοι έχουν βρεθεί με το βάρος μιας πνευματικής κληρονομιάς καταλαβαίνουν καλά τι θέλω να πω.
Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντίνος Βοβολίνης, και ο θείος μου, ο Σπύρος Βοβολίνης, υπήρξαν εξαρχής και πάνω απ’ όλα δημοσιογράφοι. Δημοσιογράφοι με την έννοια που εκείνα τα χρόνια είχε το επάγγελμα: στην πρώτη γραμμή, στην καρδιά των γεγονότων, σε συνήθως ταραγμένους καιρούς, χωρίς άλλη διαμεσολάβηση. Χωρίς, κυρίως, τα τεχνικά μέσα και τις δυνατότητες που δίνει η εποχή μας στην πληροφόρηση. Υπήρξαν δημοσιογράφοι του μαχόμενου έντυπου λόγου, σε πολύ δύσκολες εποχές, πολέμου και εχθρικής κατοχής στο ξεκίνημα, αλλά και κατόπιν, για πολλές δεκαετίες, τότε που μέσα από αλλεπάλληλες αντιξοότητες η χώρα πάλευε για την ανασυγκρότησή της. Το δημοσιογραφικό αρχείο των αδελφών Βοβολίνη, το οποίο φιλοξενείται πλέον εδώ, στον φυσικό του χώρο, στη Βιβλιοθήκη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, αποστολή της οποίας είναι η διαφύλαξη και η αξιοποίηση των αρχείων της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της χώρας μας, αποτελεί μια πολύτιμη ιστορική πηγή. […] Παρακολουθεί βήμα-βήμα την πορεία της βιομηχανίας και της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, μέσα από τις προκλήσεις και τις αντιξοότητες όλων αυτών των χρόνων και παρέχει πολύ σημαντικές πληροφορίες στον κάθε ειδικώς ενδιαφερόμενο. […]
Τέτοιου είδους ιστορικά τεκμήρια μιλούν από μόνα τους. Χαίρομαι ιδιαίτερα που τα συγκεκριμένα Αρχεία σε τούτο το περιβάλλον, θα είναι πλέον ανοιχτά και προσβάσιμα στην επιστημονική κοινότητα, στους ερευνητές, στους φοιτητές και σε κάθε μελετητή της ιστορίας».
Κατέληξε λέγοντας ότι χαίρεται που «κατάφερε να συμβάλει με την δωρεά αυτή στην ανάδειξη της αρχειακής κουλτούρας που βρίσκεται ακόμη αρκετά πίσω στην Ελλάδα».
Σε δικό της χαιρετισμό η πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου Χριστίνα Κουλούρη, ως ιστορικός αναφέρθηκε πρώτα στο Μέγα Ελληνικόν και Βιομηχανικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη χαρακτηρίζοντάς το “Βικιλεξικό της εποχής του”, καθώς επικέντρωνε την μελέτη στις προσωπικότητες της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Παρατήρησε ότι «ζούμε σε μια χώρα η οποία υπερηφανεύεται για το ένδοξο παρελθόν της, πλην όμως μένουμε μόνο σε μια ρητορική επίκληση αυτών των ένδοξων στιγμών χωρίς να έχουμε συνείδηση προστασίας του. Είτε πρόκειται για τις αρχαιότητες είτε για τα αρχεία».
Χαρακτήρισε την δωρεά της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης ως την κορωνίδα σειράς δράσεων που συντείνουν στον στόχο της «διατήρησης της ιστορικής μας μνήμης. Ως ιστορικός θεωρώ εξαιρετικά σημαντική την καλλιέργεια της αρχειακής μας συνείδησης και τη διάσωση των πηγών μέσα από τις οποίες η ιστορία μας μελετάται, ερμηνεύεται και επανεκτιμάται».
Από την πλευρά της η Πρόεδρος του ΑΠΕ-ΜΠΕ Άρια Αγάτσα μίλησε για την δημοσιογραφική βιβλιοθήκη που περιέρχεται στην ΓΓΕΕ ως «κομμάτι από τη μνήμη του ελληνικού πολιτικού δημόσιου λόγου. Ίχνη ανθρώπων που πίστεψαν ότι η δημοσιογραφία δεν είναι η τέχνη του πρόσκαιρου λόγου αλλά η ευθύνη του διαρκούς». Για να συμπληρώσει με την παρατήρηση ότι «τα Μέσα αλλάζουν, οι τεχνολογίες αλλάζουν, οι πλατφόρμες αλλάζουν πλην η ευθύνη παραμένει η ίδια […] Με καίρια στοιχεία την κατανόηση των πηγών και την διασταύρωση/fact checking», στοιχεία που εξέφρασε ακριβώς η δωριζόμενη Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη.
Ο Γενικός Γραμματέας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης Δημήτρης Κιρμικίρογλου ανέδειξε το πώς «δεν υπάρχει ελευθερία του Τύπου χωρίς μνήμη του Τύπου». Παρατήρησε ότι επί ενενήντα χρόνια η Βιομηχανική Επιθεώρηση (ο βασικός κορμός της δωρεάς) κατέγραψε την πορεία της ελληνικής οικονομίας, από τον Μεσοπόλεμο έως το «ελληνικό οικονομικό θαύμα» και ανέφερε ότι «ένας λαός που ξέρει από πού ήρθε η ευημερία του μπορεί να συζητήσει ώριμα για το πού πηγαίνει». Απευθυνόμενος στη δωρήτρια, σημείωσε ότι «η βιβλιοθήκη δεν φεύγει από μια οικογένεια, περνά από τη μία οικογένεια στην άλλη», από την οικογένεια Βοβολίνη στην «οικογένεια των δημοσιογράφων».
Την κεντρική ομιλία με τίτλο «Διαδρομές μιας δημοσιογραφικής βιβλιοθήκης του 20ού αιώνα» απηύθυνε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Στην συνέχεια τα βασικά τμήματα της τοποθέτησής του:
«Η δημοσιογραφική δραστηριότητα των αδελφών Βοβολίνη έχει τουλάχιστον δύο, πολύ ενδιαφέρουσες, διαστάσεις. Πρώτον την χρονική έκταση, από το 1934, οπότε ξεκινά η έκδοση της Βιομηχανικής Επιθεώρησης, μέχρι και το 1990, με παράπλευρη την διαδρομή του Μεγάλου Ελληνικού Βιογραφικού Λεξικού. Δεύτερον, το συγκεκριμένο αντικείμενο, που υπήρξε σε όλη αυτή την διάρκεια η επικέντρωση στην επιχειρηματικότητα με αιχμή την βιομηχανία, μια θεματική την οποία ο δημόσιος βίος στην Ελλάδα συχνά αντιμετώπισε με διστακτικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα ο επιχειρηματίας, “ο βιομήχανος”, δεν απετέλεσε ιδιαίτερο πρότυπο – ίσα-ίσα που ενίοτε αξιοποιήθηκε και ως αρνητικό στερεότυπο.
Η εκδοτική διαδρομή των αδελφών Βοβολίνη ξεκινά στην ύστερη φάση του Μεσοπολέμου, και ενώ η βιομηχανία είχε μόλις αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της στο μείγμα δραστηριοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Μιας οικονομίας σε μετάβαση από ένα κατά βάσιν αγροτικό πρότυπο με εμπορικές απολήξεις, σε ένα πιο σύγχρονο “παραγωγικό μοντέλο”, επηρεασμένο δίχως άλλο από την υποχρεωτική στροφή στην αυτάρκεια, την οποία είχε επιβάλει η κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου στον απόηχο της κρίσης του 1929. Η διαδρομή συνεχίστηκε μέχρι την επανεκκίνηση της οικονομίας, μετά την βαρύτατη δοκιμασία του Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, όταν η βιομηχανία αναδείχθηκε σταδιακά σε βασικό άξονα της οικονομικής δραστηριότητας και ατμομηχανή της μεταπολεμικής ανάπτυξης.
Σε όλη τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, το περιοδικό Βιομηχανική Επιθεώρηση διαμόρφωσε και διατήρησε μια στάση επιθετικής συνηγορίας για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Μπορεί η συνηγορία αυτή να εκφράσθηκε συνειδητά με αρθρογραφική ένταση, κι ακόμη περισσότερο με αιχμηρά εκδοτικά σχόλια, διατήρησε ωστόσο εξαρχής μία βασική αρχή: τη συστηματική τεκμηρίωση των απόψεών της μέσω της συλλογής και ανάδειξης στοιχείων και πηγών. Σε μία εποχή που η τεκμηρίωση βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα έντυπα μέσα, ο όγκος και το εύρος της βιβλιοθήκης Βοβολίνη αποτελεί έμμεση απόδειξη της εφαρμογής αυτής της αρχής σε όλη τη διάρκεια της εκδοτικής προσπάθειας, την οποία καλείτο να υποστηρίξει. Από τις σελίδες του περιοδικού παρελαύνει συχνά σωρεία τεχνικών εκθέσεων και αναλύσεων για καίρια ζητήματα της εποχής, όπως το ενεργειακό, ο εξηλεκτρισμός, οι εξελίξεις στον μηχανολογικό εξοπλισμό και η παρακολούθηση των κάθε λογής τεχνικών έργων.
Παράλληλα, η συντακτική ομάδα του περιοδικού φρόντισε εξαρχής να φιλοξενήσει στις σελίδες του ποικίλες και ενίοτε αποκλίνουσες απόψεις διαφόρων συντελεστών της οικονομίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συναντάμε ήδη στα πρώτα τεύχη του περιοδικού, όπου φιλοξενείται άρθρο του τότε υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Γεωργίου Πεσμαζόγλου, ο οποίος – παρότι συγχαίρει για την εκδοτική πρωτοβουλία – υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα είναι μία πρωτίστως αγροτική οικονομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τον προσανατολισμό της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής – σχόλιο που προκάλεσε φυσικά την έντονη αντίδραση άλλων αρθρογράφων και σχολιαστών, ιδίως των προσκείμενων στον εκκολαπτόμενο βιομηχανικό τομέα.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω την ευρύτητα – όχι μόνο θεματική, αλλά και πολιτική, και ιδεολογική – την οποία μαρτυρά το περιεχόμενο της δωριζόμενης βιβλιοθήκης των αδελφών Βοβολίνη. Το περιεχόμενό της φανερώνει την έκταση και την ποικιλία των προσεγγίσεων που οι αδελφοί Βοβολίνη ήθελαν να έχουν στην διάθεσή τους, τόσο οι ίδιοι, όσο και η ευρύτερη συντακτική τους ομάδα. Η βιβλιοθήκη τους καλύπτει μια μεγάλη περιοχή του δημοσίου βίου. Συνειδητά μεγάλη, θα προσέθετα. Διατρέχοντας τον κατάλογο των βιβλίων τους, συναντάμε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης, από τις αρχές του 20ού αιώνα και μέχρι την Μεταπολίτευση. […]
Μια ξεχωριστή ενότητα αποτελούν οι πολιτικές προσωπικότητες της εποχής, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ιωάννη Μεταξά μέχρι τον Νίκο Ζαχαριάδη, καθώς και εκτεταμένες αναφορές στην ελληνική ιστορία, με έμφαση στα ταραγμένα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τη μεταπολεμική περίοδο. Από δίπλα, ποικίλα έργα διεθνούς ιστορίας, που συναρθρώνονται με έργα για τις διεθνείς σχέσεις, την γεωπολιτική, αλλά και τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας, από τα Βαλκάνια και τη Σοβιετική Ένωση μέχρι τα συνεχώς παρόντα ελληνοτουρκικά θέματα και το Κυπριακό. Στη βιβλιοθήκη θα συναντήσει κανείς επίσης έργα κοινωνιολογικά, αναλυτικά/θεωρητικά αλλά και βιβλία για την παρουσία της νεολαίας στη δημόσια σφαίρα, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, ακόμη και ολόκληρες ενότητες αφιερωμένες στην “τέχνη και ιδεολογία”, με εξειδίκευση σε θέματα όπως “Κομμουνισμός και τέχνη/Κομμουνισμός και πνευματική καλλιέργεια”. […]
Να επιστρέψω όμως στο περιοδικό Βιομηχανική Επιθεώρηση. Πέρα από το ρεπορτάζ, την ανάλυση και τη σχολιογραφική κάλυψη των γεγονότων, η Βιομηχανική Επιθεώρηση επένδυε – και αυτό είναι φανερό σε κάθε τεύχος – στην ανάδειξη των τεκμηρίων στα οποία στηρίζει κάθε φορά την προσέγγισή της. Παράλληλα με αυτήν την επιλογή, στα μεταπολεμικά χρόνια προχώρησε σε μια περισσότερο προσωποκεντρική ανάγνωση των πραγμάτων. Αυτό φάνηκε από τα πρώτα μεταπολεμικά τεύχη του περιοδικού, για να βρει την πιο ατόφια έκφρασή του στην άλλη σημαντική εκδοτική πρωτοβουλία, το Μεγάλο Ελληνικό Βιογραφικό Λεξικό. Πρόκειται για μία πλουσιότατη συλλογή στοιχείων για προσωπικότητες της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής – ιδίως από την περίοδο που προηγήθηκε και θεμελίωσε το ελληνικό οικονομικό περιβάλλον. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πώς αυτή, η πιο προσωποκεντρική προσέγγιση της επιχειρηματικής ζωής, που ως δημοσιογραφική πρακτική αναπτυσσόταν ήδη στον αγγλοσαξονικό χώρο εκείνη την εποχή, βρήκε ένα πρώιμο φυτώριο στον Ελληνικό Τύπο μέσω των αδελφών Βοβολίνη.
Πάντως και τα δυο εκδοτικά εγχειρήματα, περνώντας “από σαράντα κύματα”, στηρίχθηκαν συνειδητά στη συστηματική συγκέντρωση, διατήρηση, αποδελτίωση και αξιοποίηση τεκμηριωτικού υλικού. Αυτό ακριβώς το υλικό, που αποτελείται, μεταξύ άλλων, από βιβλία, περιοδικά, έντυπα, σημειώσεις κλπ., αποτελεί την βάση της δωρεάς που γίνεται στην Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης.
Η διαδρομή της Βιομηχανικής Επιθεώρησης, από το τέλος του Μεσοπολέμου μέχρι τα χρόνια της Ανασυγκρότησης, γνώρισε όλες τις εντάσεις και όλα τα τραύματα αυτής της ταραγμένης εποχής. Κατόρθωσε, ωστόσο, να συνεχίσει την κυκλοφορία της χωρίς διακοπή. Στα χρόνια της επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας και της οικοδόμησης εκείνου που αναγνωρίσθηκε ως το “οικονομικό θαύμα” των δεκαετιών του 1950 και 1960, ο ρόλος της βιομηχανίας – όπως την παρακολουθούσε η Βιομηχανική Επιθεώρηση – υπήρξε κυρίαρχος. Ωστόσο, το περιοδικό δεν εγκατέλειψε ποτέ την κριτική και, αρκετές φορές, μαχητική στάση του. Αυτή διατηρήθηκε και στην συνέχεια, όταν η ελληνική οικονομία πέρασε τα διαδοχικά κύματα των κρίσεων της δεκαετίας του ’70, και των κρίσιμων επιλογών οικονομικής πολιτικής της δεκαετίας του ’80. Απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, η Βιομηχανική Επιθεώρηση τηρεί προσεκτική στάση: αποδέχεται μεν την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα του ανοίγματος της οικονομίας μέσα από την σύνδεση και αργότερα την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά προειδοποιεί για τα σημεία όπου είτε προκύπτουν, είτε επιτείνονται αδυναμίες και προβλήματα.
Βέβαια, από την δεκαετία του ’80 η εκδοτική προσπάθεια της Βιομηχανικής Επιθεώρησης επιβραδύνεται. Μεταξύ 1983 και 1990, η μηνιαία έκδοση γίνεται διμηνιαία. Ταυτόχρονα, ο εμπνευστής και οδηγός του εγχειρήματος, Σπύρος Βοβολίνης, ετοιμάζεται να φύγει από το προσκήνιο. Εντούτοις, η βιβλιοθήκη του εξακολουθεί να εμπλουτίζεται, προσφέροντας έδαφος για δημοσιογραφική αξιοποίηση.
Μία πρόσθετη, καταληκτική θα έλεγα, παρατήρηση: Ξαναβλέποντας τη διαδρομή των αδελφών Βοβολίνη μέσα από έντονες και πολυκύμαντες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, αλλά και της οικονομίας, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει κανείς τη σημασία της συνέχειας. Της επίμονης και της αδιάκοπης καταγραφής, μελέτης και παρουσίασης των πραγμάτων και της αναζήτησης ερμηνειών – έστω και αν ορισμένες από αυτές χρειαστεί αργότερα να αναθεωρηθούν. Τα δύο αυτά αδέλφια, ο Κωσταντίνος και ο Σπύρος Βοβολίνης, πορεύονται μαζί επί πολλά χρόνια, χαράζοντας παράλληλες και συμπληρωματικές διαδρομές, διατηρώντας εντούτοις πάντα την ιδιαιτερότητά τους. Ο βαρύς βηματισμός της ιστορίας δεν διέρρηξε την προσπάθεια τους.
Τέλος, θα μου επιτρέψετε και μία πιο προσωπική αναφορά, στον άνθρωπο που φρόντισε, ήδη από τη δεκαετία του 1990 για τη διάσωση και αναζωογόνηση της εκδοτικής πρωτοβουλίας των αδελφών Βοβολίνη –– την Αλεξάνδρα Βοβολίνη, η οποία παρέμεινε στη διεύθυνση του περιοδικού Οικονομική Επιθεώρηση (όπως ονομάζεται από το 2004) έως το 2023. Κι όμως, η Αλεξάνδρα δεν διέσωσε και αναζωογόνησε μόνο το εκδοτικό εγχείρημα μίας προηγούμενης γενιάς. Διέσωσε και αναζωογόνησε τις μνήμες, τα τεκμήρια και τη βιβλιοθήκη αυτής της γενιάς. Με τη σημερινή δωρεά της – όπως και με τις προηγούμενες δωρεές στη Γεννάδειο και το Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος – έρχεται πλέον να εξασφαλίσει το μέλλον αυτής της παρακαταθήκης, και να την καταστήσει προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Όσοι την ξέρουμε, βέβαια, γνωρίζουμε ότι εκτός από τις εκδόσεις, τα τεκμήρια και τα βιβλία, κληρονόμησε επίσης τη φιλομάθεια και μια πηγαία περιέργεια για τον κόσμο, τόσο για το σήμερα όσο και για το χθες, το οποίο εξακολουθεί να μελετά και να συγκεντρώνει υλικό και πληροφορίες. Αυτά δεν θα χρειαστεί να τα δωρίσει ποτέ!»
Η εκδήλωση έκλεισε με συζήτηση τριών παρατηρητών του εκδοτικού φαινομένου της Βιομηχανικής Επιθεώρησης και του Μεγάλου Ελληνικού Βιομηχανικού Λεξικού.
Πρώτη παρενέβη η Γεωργία Μ. Πανσεληνά, ιστορικός/συγγραφέας διευθύντρια του Αρχείου Βοβολίνη με θέμα: «Τα αδέλφια Βοβολίνη και η παρακαταθήκη τους». Κύρια σημεία της τοποθέτησής της:
«Θα ήθελα να εστιάσω στους αδελφούς Βοβολίνη που εν πολλοίς είναι άγνωστοι στο ευρύ κοινό, μα και στην επιστημονική κοινότητα – ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αυτή η εικόνα μέσα από την ανάδειξη των έργων και των συλλογών τους.
Θεωρώ πως ίσως ένας λόγος της παραγνώρισης, του παραγκωνισμού τους από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και μετά ήταν η πολιτική τους ταυτότητα – και σημειώνεται ότι τα αδέλφια Βοβολίνη αποτελούν ταυτόχρονα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής μεταστροφής ήδη από τον Μεσοπόλεμο (από τη βενιζελική παράταξη στην άλλη πλευρά). Από τη μια, ο εκδότης Σπύρος Βοβολίνης με παρρησία, θαρρετά υποστήριζε τις πολιτικές του επιλογές. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος Βοβολίνης ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά, περνώντας από το μεταξικό καθεστώς στους κόλπους του Ελληνικού Συναγερμού το 1953 ως βουλευτής Πειραιώς και Νήσων και, ακολούθως, ύστερα από τις ταραγμένες εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, στο κοινό ψηφοδέλτιο της Ένωσης Κέντρου και του Κόμματος των Προοδευτικών, φθάνοντας εν τέλει μέχρι την Επταετία.
Ασχέτως, όμως, από τις πολιτικές τους θέσεις και πεποιθήσεις, αδιαμφισβήτητο είναι το εξής: από τις κατά καιρούς πολιτικές τους επιλογές μάς κληροδότησαν ένα εμπεριστατωμένο αρχειακό υλικό όλης αυτής της περιόδου. Και χαρακτηριστικό είναι ότι σε αυτό περιλαμβάνονται όχι μόνο υλικά της παράταξής τους, αλλά και της «αντίπαλης», που εγγράφεται στην πλήρη και σφαιρική ενημέρωση που πάντοτε αναζητούσαν. Έτσι, ευτυχώς για την επιστημονική έρευνα, έντυπα, εφημερίδες και βιβλία πολιτικού περιεχομένου περιέρχονται σήμερα στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης.
Όλα αυτά συμπληρώνονται και από τεκμήρια άλλων, κομβικών δραστηριοτήτων των αδελφών Βοβολίνη. Συγκεκριμένα: ο μεν Σπύρος Βοβολίνης έθεσε από νωρίς τους στόχους του. «Είμαι πτωχός, αλλά θα τα καταφέρω!», έγραφε στο ημερολόγιό του. Ήταν οι υποσχέσεις που έδινε ο 21χρονος Σπύρος για να παντρευτεί την αγαπημένη του Βέμη, τον τότε μεγάλο έρωτα της ζωής του, που δεν τελεσφόρησε. Τα κατάφερε, ωστόσο, στα επαγγελματικά του. Δημιούργησε το έργο ζωής του, το περιοδικό Βιομηχανική Επιθεώρησις. Και θεωρείται σήμερα η μοναδική ίσως περίπτωση στον διεθνή εκδοτικό στίβο κατά την οποία ο ιδρυτής και εκδότης περιοδικού αξιώθηκε την αδιάλειπτη κυκλοφορία και διεύθυνσή του επί 56 ολόκληρα έτη, από το 1934 έως το 1990.
Ο εκδότης Σπύρος παρακολουθούσε με ζηλευτή αφοσίωση τα τεκταινόμενα στην οικονομική (και όχι μόνο) ζωή του τόπου, μελετώντας τόσο ημερήσιο και περιοδικό Τύπο όσο και κάθε λογής βιβλία που κυκλοφορούσαν την εποχή του: άλλα αγόραζε ο ίδιος, άλλα του έστελναν οι φίλοι και οι συνεργάτες του προς ενημέρωσή του. Η βιβλιοφιλία του αποτυπώθηκε και στο περιοδικό: από το 1948 καθιέρωσε ειδική στήλη που περιείχε αναλυτικές βιβλιοκρισίες υπό τον τίτλο «Eπιστημονική Kριτική» και –λίγα χρόνια αργότερα– ως «Kριτική του Bιβλίου». Και από αυτήν την εντυπωσιακή καινοτομία για ένα εξειδικευμένο οικονομικό περιοδικό προέρχεται μέρος από τις εκδόσεις που, χάρη στη δωρεά, εναπόκεινται στη Γενική Γραμματεία.
Όμως και ο μικρότερος αδελφός Κωνσταντίνος ακολούθησε κατά πόδας τη δημοσιογραφία, εκκινώντας το 1931 από την εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπο,ς του σπουδαίου Κώστα Αθάνατου. «Θα πολεμήσομεν με την πέννα», πρέσβευε ο Κωνσταντίνος όταν, τον Ιούνιο του 1942, προέβη στην έκδοση του πρώτου φύλλου της παράνομης εφημερίδας Ελληνικόν Αίμα. Επιπλέον, από το 1957, πάντοτε με την εκδοτική υποστήριξη του αδελφού του, επιδόθηκε στη συγγραφή του μνημειώδους πεντάτομου Μεγάλου Ελληνικού Βιογραφικού Λεξικού. Εκτός από τις βιογραφίες που συνέγραψε έως το 1962, με πάθος συγκέντρωσε έναν αρχειακό και βιβλιογραφικό πλούτο για περισσότερες από 2.500 προσωπικότητες (επιχειρηματίες, πολιτικούς, επιστήμονες) που ήθελε να βιογραφήσει! Τμήμα από το ογκώδες και σπάνιο υλικό από όλες αυτές τις ενασχολήσεις του, όπως και αργότερα, όταν καταπιάστηκε με την ιστορία των κινημάτων για την εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, περιλαμβάνεται σε αυτά που βρίσκονται και επισήμως εδώ.
Μόνο 17 χρόνια ασχολήθηκα με τα αρχειακά τεκμήρια του πλούσιου βίου τους και του πολυδιάστατου έργου τους· για να μην πω πως τελικά δεν έπαψα να ασχολούμαι, συνυπολογίζοντας τις πρόσφατες μελέτες για τους αδελφούς Βοβολίνη.
Θυμάμαι πως καθώς συγκέντρωνα (από διάφορες αποθήκες και χώρους) το τεράστιο αρχειακό υλικό και τα πάμπολλα βιβλία τους, προσπαθώντας να τιθασεύσω όλους αυτούς τους όγκους χαρτιού, γοητευόμουν από το εύρος των ενδιαφερόντων τους. Και πάντοτε αναρωτιόμουν πότε προλάβαιναν να τα διαβάσουν – και αυτό παράλληλα με την πολιτική δράση (για τον Κωνσταντίνο) ή τη συλλογική (για τον Σπύρο), αντάμα με τις κοινωνικές και οικογενειακές υποχρεώσεις τους. Και δεν αναφέρομαι σε ένα απλό διάβασμα: σε πολλές από τις εκδόσεις υπάρχουν σημειώσεις, παρατηρήσεις, σχόλιά τους – θα το διαπιστώσουν εξάλλου και οι μελλοντικοί ερευνητές της Γενικής Γραμματείας. [..]
Έτσι σήμερα περισσότερα από 3.500 τεκμήρια κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης. Και είναι ο τρίτος, σημαντικός φορέας στον οποίο φιλοξενείται μέρος των συλλογών Βοβολίνη: η πρώτη πράξη έγινε την 1η Φεβρουαρίου 2012 στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, με υλικό από το Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν, και η δεύτερη στις αρχές του 2021 στο Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος, με κύριο κορμό τη Βιομηχανική Επιθεώρηση. Είναι θα έλεγα ένα σημαντικό επιστημονικό τρίστρατο με κοινή αφετηρία τους βίους και τα έργα του Σπύρου και του Κωνσταντίνου Βοβολίνη».
Εν συνεχεία ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου, στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ επέλεξε να επικεντρωθεί η δική του εισήγηση στην υποτίμηση/σταθεροποίηση Μαρκεζίνη, παρατηρώντας ότι σήμανε πολλά και για την τοποθέτηση Βοβολίνη στα Μεταπολεμικά χρόνια αλλά και για την ανάδειξη του ρόλου της σταθερότητας στην πορεία της Ελληνικής οικονομίας:
«Όταν κλήθηκα να μετάσχω στη σημερινή εκδήλωση, βρέθηκα σε ένα δίλημμα. Έπρεπε να αποφασίσω εάν θα μιλούσα για το Ελληνικόν Αίμα, την κατά τη γνώμη μου καλύτερη παράνομη αντιστασιακή εφημερίδα της εποχής της Κατοχής ή για την οικονομία. Επέλεξα όμως να αναφερθώ στην οικονομία, ένα πεδίο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των αδελφών Βοβολίνη, ιδιαίτερα του Κωνσταντίνου ως μέλους ενός από τα σημαντικότερα επιτελεία της σύγχρονης Ελλάδας, του επιτελείου του Σπύρου Μαρκεζίνη. Ο Μαρκεζίνης και οι συνεργάτες του είχαν καταλυτική επιρροή στην οικονομική μοίρα της χώρας, αν και σήμερα είτε τούτο έχει λησμονηθεί είτε παρεξηγείται τι και πώς προσπάθησαν να επιτύχουν.
Υπήρχαν δύο μεγάλα, πραγματικά τεράστιας έκτασης και δομικής υφής οικονομικά προβλήματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Πρώτον, η Ελλάδα είχε χρεοκοπήσει το 1932 στη διάρκεια της Παγκόσμιας Ύφεσης. Αυτό συνεπαγόταν ότι στη δεκαετία του 1950 η χώρα βρισκόταν ακόμη εκτός αγορών, δηλαδή δεν είχε την επιλογή του εξωτερικού δανεισμού. Τούτο καθιστά ακόμη πιο αξιοσημείωτο επίτευγμα τη μεταπολεμική ελληνική ανάπτυξη, η οποία επιτεύχθηκε χωρίς πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές, δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα διεθνούς δανεισμού για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης. Ήδη από το 1954 ο Μαρκεζίνης ξεκίνησε διαβουλεύσεις με τους ξένους ομολογιούχους για την αποπληρωμή του χρέους, ώστε να επανέλθει η χώρα στο διεθνές οικονομικό σύστημα, αλλά ήταν νωρίς. Η συμφωνία επιτεύχθηκε το 1962-64.
Το δεύτερο πρόβλημα ήταν η μνήμη του υπερπληθωρισμού του 1943-44 και οι επιπτώσεις της. Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο υπερπληθωρισμός είναι ικανός να αποσαθρώσει την κοινωνία. Πώς μπορούσε να υπάρξει οικονομία σε ένα περιβάλλον που όλες οι κινητές αξίες, πλην του χρυσού, είχαν καταρρεύσει; Πώς μπορούσε ο υπάλληλος, στα τέλη του 1944, να επιβιώσει και να εξασφαλίσει τη διατροφή της οικογένειάς του, όταν την επόμενη ημέρα ο μισθός που είχε πάρει δεν άξιζε τίποτε;
Οι μνήμες του υπερπληθωρισμού του 1943-44 αλλά και του τεράστιου πληθωρισμού των επόμενων ετών έως το 1952 είχαν δηλητηριώδεις επιπτώσεις στην πορεία της οικονομίας και ιδίως στην αξιοπιστία του νομίσματος και των τραπεζών. Στην πρώιμη μεταπολεμική εποχή, το ελάχιστο πλεόνασμα που μπορεί να είχαν οι πολίτες επενδυόταν είτε σε βρετανικές χρυσές λίρες είτε σε ακίνητα, δηλαδή σε αγαθά τα οποία δεν είχαν χάσει πλήρως την αξία τους κατά την περίοδο της Κατοχής. Ακόμη και σήμερα έρχονται ως εμάς αυτές οι προσλήψεις, μέσω των κινηματογραφικών ταινιών της εποχής, στις οποίες η τιμή ενός σπιτιού αποτιμάται σε «λίρες» και όχι στο εθνικό νόμισμα.
Ο κύριος μοχλός για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο εθνικό νόμισμα ήταν η νομισματική σταθερότητα, η οποία επιτεύχθηκε πρωτίστως με την υποτίμηση του 1953, την υποτίμηση Μαρκεζίνη που διασφάλισε τις νομισματικές ισοτιμίες για 20 χρόνια. Αλλά, επιπλέον, η νομισματική σταθερότητα διαφυλάχθηκε ως κόρη οφθαλμού από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ξενοφώντα Ζολώτα, τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, στα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, μια απλή αναφορά στην υποτίμηση του 1953 θα ήταν παραπλανητική. Πρέπει να έχουμε υπόψη ορισμένα βασικά στοιχεία της μεθοδολογίας του Μαρκεζίνη, η άγνοια των οποίων έχει δημιουργήσει εντυπώσεις λανθασμένες, αν όχι και επικίνδυνες για την εθνική οικονομία ακόμη και σήμερα. Η μεταρρύθμιση Μαρκεζίνη το 1953 δεν ήταν απλώς μια δραματική υποτίμηση του νομίσματος. Πριν από αυτήν πραγματοποιήθηκαν τεράστιας έκτασης πρόσθετες μεταρρυθμίσεις που σήμερα αποκαλούμε «διαρθρωτικές». Έτσι, ξεκίνησε το εμπόριο (μέσω κλήριγκ) με τον ανατολικό συνασπισμό ως μέσο για την απορρόφηση της αγροτικής παραγωγής, ενοποιήθηκε η Εθνική Τράπεζα με την Τράπεζα Αθηνών ώστε δημιουργηθεί ένας μεγάλος οργανισμός (σε μια χώρα όπου, όπως αναφέρθηκε, υπήρχε σοβαρό πρόβλημα εμπιστοσύνης στο εθνικό νόμισμα και τις τράπεζες), μειώθηκε ο αριθμός των κρατικών αυτοκινήτων (που ήταν – πραγματικά αστείο – ο μεγαλύτερος αναλογικά στην Ευρώπη), έγιναν ακόμη και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων σε μια χώρα που είχε 70.000 τέτοιους (όχι περίπου ένα εκατομμύριο όπως αργότερα), καταργήθηκαν περιορισμοί στις εισαγωγές, καταργήθηκε το δελτίο και το Υπουργείο Εφοδιασμού. Έγινε δηλαδή απελευθέρωση της αγοράς. Στο τέλος αυτών των μεταρρυθμίσεων – και μόνον τότε – έγινε η υποτίμηση. Χωρίς τις διαρθρωτικές αυτές αλλαγές, μόνη της η υποτίμηση θα είχε απλώς οδηγήσει ξανά σε υπερπληθωρισμό και σε οικονομική καταστροφή άνευ προηγουμένου. […]
Πολλές φορές σκέφτομαι ότι τότε, το έργο εκείνων των ανθρώπων ήταν ίσως ευκολότερο από το έργο το δικό μας, σήμερα. Επειδή τότε ξεκινούσαμε από πολύ χαμηλά επίπεδα και ήταν πιο απλό το να δείξουμε ραγδαία βελτίωση, αλλά και επειδή, λόγω των πολύ χαμηλών οικονομικών μας επιπέδων, ήταν και περίπου φανερό τι έπρεπε να γίνει. Αντίθετα, σήμερα, ως μέλος πλέον του ανεπτυγμένου κόσμου, καλούμαστε να εξασφαλίσουμε μια βιώσιμη ανάπτυξη σε υψηλά επίπεδα, κάτι το εξ ορισμού δύσκολο, καθώς και να επιτύχουμε μια αποτελεσματική και σταθερή ανταγωνιστικότητα, κάτι που απαιτεί λεπτούς, πολυδιάστατους χειρισμούς και συστηματικό σχεδιασμό σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.[…] Και από αυτή την άποψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η συμβολή της κ. Βοβολίνη με την δωρεά του αρχείου – την τρίτη πλέον δωρεά – που μας δίνει τη δυνατότητα να αποτιμήσουμε αυτή την πολύτιμη αφετηρία μας στο οικονομικό επίπεδο. Και για τούτο οφείλουμε να την ευχαριστήσουμε».
Τελευταίος παρενέβη ο Γεώργιος Τσάτσος, πρώην Πρόεδρος της ΑΓΕΤ Ηρακλής και πρώην μέλος του ΔΣ του ΣΕΒ, συνεπώς κατεξοχήν εκφραστής της ματιάς της βιομηχανίας και του ρόλου της στην εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας τα χρόνια που κάλυψε η έκδοση της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, εισφέροντας έτσι την «κατάθεση ενός βιομηχάνου». Τα βασικά σημεία της δικής του παρέμβασης:
«Η Περίοδος 1930-1985 είναι μια πολύ σημαντική στην ιστορία της Ελλάδος. Δεν είναι μόνο σημαντική για τους πολέμους και τις πολιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα σ ’αυτά τα χρόνια, αλλά γιατί στην περίοδο αυτή, η Ελλάδα πέτυχε να εξελιχθεί από “Ψωροκώσταινα” και να γίνει ένα μέλος της κοινότητας των βιομηχανικά αναπτυγμένων και οικονομικά εύρωστων χωρών της Δύσης και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν δούμε τα πράγματα από κάποια απόσταση, βλέπουμε ότι για πρώτη φορά από την ανεξαρτησία της, η χώρα μας έφθασε εκεί που κάποτε ούτε στο όνειρό της δεν φανταζόταν.
Η περίοδος αυτή βέβαια, περιλαμβάνει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, που κόστισαν στο έθνος 750.000 ζωές και τεράστιες υλικές καταστροφές. Παρόλο ταύτα, μπόρεσε η Ελλάδα να ανορθωθεί και να ξεκινήσει, πάλι από το 1949, μια πορεία που την έφερε σ’ αυτό που είναι σήμερα.
Μέσα λοιπόν σ ’αυτή την καίρια και τόσο δημιουργική περίοδο, έζησαν και έδρασαν οι δύο αδελφοί Βοβολίνη. Υπήρξαν όχι μόνο ενεργοί μέτοχοι των πεπραγμένων σ’ αυτά τα χρόνια, αλλά και μάρτυρες μιας διαφορετικής πλευράς της ιστορίας του τόπου, στην οποία δεν έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία. Είναι πολλοί αυτοί που παρακολούθησαν από κοντά τις πολεμικές και πολιτικές εξελίξεις, αλλά σχετικά λίγοι αυτοί που έζησαν και συμμέθεξαν στις προσπάθειες της οικονομικής ανοικοδόμησης και της δημιουργίας των βάσεων για βιομηχανική ανάπτυξη, στις οποίες σήμερα στηρίζεται η ελληνική ευημερία.
Τρικλίζοντας από τη Μικρασιατική καταστροφή και την πολιτική αστάθεια που επακολούθησε, η Ελλάδα μπόρεσε τη δεκαετία του 1930 να κάνει τα πρώτα βήματα για την οικονομική της αναβάθμιση. Σιγά-σιγά, ανέπτυξε βιομηχανία και βιοτεχνίες και άρχισε να βελτιώνει τη γεωργία της.
Όλα αυτά διακόπηκαν το 1940 και επακολούθησε μία δεκαετία πολέμου, πόνου, θυσιών και καταστροφής.
Από το 1948 όμως, και χάρις στο Δόγμα Τρούμαν και στο σχέδιο Μάρσαλ, μπορέσαμε με επιτυχία να ανορθωθούμε, να εξελιχθούμε και να θέσουμε τις βάσεις για μία σύγχρονη οικονομία.
Αν αναφέρομαι συνέχεια στην οικονομία και τη βιομηχανία, δεν είναι μόνο γιατί και ο ίδιος από εκεί κατάγομαι, και γιατί τόσο ο παππούς μου, ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος, όσο και ο πατέρας μου, ο Αλέξανδρος Τσάτσος, πρόσφεραν τόσα σ’ αυτήν, αλλά γιατί πιστεύω ότι μία επιτυχής οικονομία είναι η βάση για μία πολιτισμένη και δημοκρατική κοινωνία. Χάρις στη βιομηχανική ανάπτυξη και την τεχνολογική εξέλιξη είναι δυνατή η δημιουργία πόρων και πλούτου που συντηρούν ένα κράτος ικανό να παρέχει στους πολίτες του τις ελευθερίες, τα αγαθά και την ασφάλεια που όλοι απαιτούν, αλλά δυστυχώς μόνο λίγες χώρες καταφέρνουν να εξασφαλίσουν.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τους αδελφούς Βοβολίνη; Εδώ, σ’ αυτό το ακροατήριο, πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να το τονίσω.
Οι δύο αυτοί άνθρωποι υπήρξαν στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων, έδρασαν, συμμετείχαν, αγωνίστηκαν στον στίβο της οικονομικής και βιομηχανικής ανάπτυξης. Συνεργάστηκαν με όλους τους κυριότερους παράγοντες αυτών των διαδικασιών, τους έζησαν και έγραψαν γι’ αυτούς και τις προσπάθειές τους. Τα είδαν όλα και συνεχώς έγραφαν γι’ αυτά και χρονογραφούσαν τα τεκταινόμενα. Το αρχείο που δημιούργησαν είναι ένα πολύτιμο ντοκουμέντο αυτής της περιόδου και αυτών των τόσο σημαντικών εξελίξεων. Θα έλεγα ότι μάλλον είναι και μοναδικό. Δεν μπορώ να σκεφθώ, εκτός ίσως από τα επίσημα έγγραφα, όπως του κράτους ή των τραπεζών, που όμως δεν είναι τόσο προσβάσιμα, άλλη καμία πηγή που να καλύπτει τόσο καλά αυτήν την περίοδο.
Γι’ αυτό κι εγώ, με τη σειρά μου, ευχαριστώ την αγαπητή Αλεξάνδρα για τη γενναιοδωρία της να δωρίσει αυτό το πολύτιμο αρχείο και για όλους τους κόπους που έχει καταβάλλει για τη συντήρηση, την ταξινόμηση και τη διατήρηση όλου αυτού του πολύτιμου υλικού».
Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις, πραγματοποιήθηκε η επίσημη υπογραφή της αποδοχής της δωρεάς από μέρους του Γενικού Γραμματέα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης Δημήτρη Κιρμικίρογλου και της δωρήτριας Αλεξάνδρας Κ. Βοβολίνη.
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους μεταξύ άλλων, ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου, ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Ευθύμιος Χριστοδούλου, η Υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Ελλάδος Χριστίνα Παπακωνσταντίνου, ο Θανάσης Λασκαρίδης, ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλης Μπλέτσας, η πρώην Επίτροπος Μαρία Δαμανάκη, η πρώην υπουργός Φανή Πετραλιά, η πρώην ευρωβουλευτής, δημοσιογράφος Κατερίνα Δασκαλάκη, η πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Μαρία Αντωνιάδου, ο πρόεδρος της ΕΣΠΗΤ Θέμης Μπερεδήμας, ο εκπρόσωπος της ΕΔΙΠΤ Κωνσταντίνος Παπαμιχαλάκης, εκπρόσωποι δημοσιογραφικών ενώσεων κ.ά.
Πηγή: ekdoseiskerkyra.gr



