Η κρίση αυτή είναι πολύ διαφορετική από οποιαδήποτε στο παρελθόν. Ωστόσο οι συγκρίσεις των αναλυτών εστιάζουν στην πανδημία της ισπανικής γρίπης που στοίχισε εκατομμύρια ζωές το 1918, στην Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του ’30, που πυροδότησε την κατάρρευση των εθνικών οικονομιών με τρομακτικά γρήγορους ρυθμούς και σε περιόδους πολέμου.
Τα ταμπού στην οικονομία σπάνεΟι πρωτόγνωρες συνθήκες που έχει προκαλέσει η πανδημία υποχρεώνουν τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να εξετάσσουν οικονομικές λύσεις, που κάποτε θεωρούνταν ταμπού. Το χρήμα από το ελικόπτερο, η έκδοση κοινή χρέους στην Ευρωζώνη, η νομισματοποίηση του χρέους είναι ιδέες που συζητούνται έντονα. Οι κεντρικές τράπεζες σπάνε το ένα ταμπού μετά το άλλο και οι κυβερνήσεις αναπόφευκτα ακολουθούν. Το δόγμα της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και η απόλυτη προσήλωση στην οικονομική ορθοδοξία δεν χωρούν στον νέο κόσμο που έρχεται.
Η αγορά εργασίας μεταλλάσσεταιΟ Covid19 ήρθε να ανοίξει βαθιές πληγές στην αγορά εργασίας. Στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις ανέπτυξαν πιο γρήγορα ένα δίχτυ ασφαλείας, αλλά και αυτό δεν μπορεί παρά να απαλύνει και όχι να εξαφανίσει τον πόνο. Κυρίαρχη στην αγορά εργασίας θα είναι ευελιξία. Αυτή αφορά τόσο τη χαλάρωση των εργασιακών σχέσεων και την υιοθέτηση (θα φανεί κατά πόσο είναι προσωρινή) σχημάτων όπως η εκ περιτροπής εργασίας ή το Kurzarbeit όσο και την παροχή πιο ευέλικτων συνθηκών (ωράριο, εξ αποστάσεως εργασίας) στους εργαζομένους. Η κρίση έδειξε ότι για την τηλεργασία ακόμη και οι πιο ανεπτυγμένες οικονομίες δεν ήταν απολύτως έτοιμες. Ωστόσο ήρθε να επιταχύνει τον βηματισμό τους σε αυτή την κατεύθυνση.
Από την εποχή της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 η έννοια της εθνικής ασφάλειας έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό να κάνει με την απόκρουση της τρομοκρατικής απειλής. Ωστόσο, έχουν υπάρξει φωνές κατά τη διάρκεια των τελευταιών ετών που υποστήριξαν ότι η έννοια της «ασφάλειας» θα πρέπει να διευρυνθεί. Η κρίση του νέου κορωνοϊού τις φέρνει στο προσκήνιο. Η δημόσια υγεία θα πρέπει να έχει πολύ πιο κεντρικό ρόλο στον ορισμό της εθνικής ασφάλειας, συμφωνούν τώρα οι περισσότεροι.
Υπάρχουν αρκετοί, που όπως συνέβη και μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αισθάνονται ότι δεν ακούστηκαν όταν προειδοποιούσαν για μία τέτοια απειλή, ώστε αυτή να μας βρουν προετοιμασμένους.
Τα σύνορα «σκληραίνουν»Ηγέτες όπως ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, ο Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία και ο Σεμπάστιαν Κουρτς στην Αυστρία πρόωθησαν τα τελευταία χρόνια με θέρμη την ιδέα των σκληρών συνόρων και των τειχών. Θέλουν ένα κράτος και μία Ένωση φρούριο και το ξέσπασμα της πανδημίας εξυπηρετεί το όραμά τους σχολιάζουν αναλυτές. Κατά μία έννοια βλέπουμε κάτι παρόμοιο με εκείνο που βίωσε ο κόσμος τη δεκαετία του 1920 μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Ένα κύμα εθνικισμού και προστατευτισμού. Η στροφή είχε αναμφίβολα αρχίσει χρόνια πριν και γινόταν ιδιαίτερα έντονη σε Ευρώπη και ΗΠΑ από το 2015 και έπειτα μετά και την προσφυγική κρίση. Η πανδημία έρχεται να θέσει νέες απαγορεύσεις και προϋποθέσεις για τα διασυνοριακά ταξίδια, δίνει νέες εξουσίες στις κυβερνήσεις να «μπλοκάρουν» τη μετανάστευση. Το εθνικιστικό κύμα και οι οικονομικές συνθήκες της δεκαετίας του ’20 αποδείχθηκαν καίρια απειλή για τις δημοκρατικές κοινωνίες. Σήμερα τα πράγματα είναι μεν διαφορετικά, αλλά…
… Η πανδημία έχει δώσει την ευκαιρία σε αυταρχικά και ημιαπολυταρχικά καθεστώτα όπως η Κίνα και η Ρωσία να διεκδικήσουν γεωπολιτικά κέρδη και αύξηση της επιρροής τους. Και οι δύο χώρες επιδίδονται στη λεγόμενη «διπλωματία της μάσκας» αποστέλλοντας ιατρικό εξοπλισμό σε χώρες που έχουν ανάγκη. Ακόμη και στην περίπτωση της Κίνας που έχει δεχθεί εντονότατα πυρά για τους χειρισμούς της όταν ξέσπασε η επιδημία και για απόκρυψη στοιχείων, είναι φανερή η προσπάθεια να έρθει στο προσκήνιο και να αναλάβει ηγετικό ρόλο. Εκμεταλλεύεται βεβαίως τόσο την απροθυμία των ΗΠΑ να ηγηθούν μίας διεθνούς πρωτοβουλίας όσο και την μόνιμη αμηχανία (και τις εσωτερικές διαφωνίες) της Ε.Ε. Οι χώρες αυτές απευθύνονται πρωτίστως σε κράτη, που θεωρούν πιο ευάλωτα ή πιο «έτοιμα» να ανταποκριθούν στην προσέγγισή τους είτε επειδή οι πολιτικές συνθήκες το ευνοοούν (κυβερνήσεις που τα βλέπουν με συμπάθεια) είτε επειδή η απογοήτευση των κοινωνιών απέναντι σε θεσμούς όπως η Ε.Ε. είναι μεγάλη. Η Ιταλία είναι η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση.

Ίσως όμως η «επίθεση φιλίας» αυτή και η στρατηγική ενίσχυσης της επιρροής των αυταρχικών ηγετών λειτουργήσει τελικά ως μήνυμα αφύπνισης για την Ευρώπη και ευρύτερα τη Δύση. Η Ε.Ε. και η συνοχή της σε κάθε περίπτωση δοκιμάζονται και πάλι.
Πηγή : naftemporiki.gr


