Σε αυτό το βαθιά εχθρικό περιβάλλον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσέρχεται αφοπλισμένος, έχοντας εγκλωβιστεί απόλυτα στη δική του ρητορική της «θετικής ατζέντας»
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)
Καθώς η κλεψύδρα αδειάζει επικίνδυνα για την πολυθρύλητη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία θα διεξαχθεί στις 7 και 8 Ιουλίου 2026 στην Άγκυρα, η επικοινωνιακή οφθαλμαπάτη των «ήρεμων νερών» ετοιμάζεται να καταρρεύσει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Το σκηνικό που έχει στηθεί μεθοδικά, με την απόλυτη ανοχή —αν όχι διπλωματική συνενοχή— της ελληνικής κυβέρνησης, δεν προμηνύει απλώς μια δύσκολη διαπραγματευτική εξίσωση, αλλά προδιαγράφει μια άνευ προηγουμένου εθνική συντριβή.
Η επιλογή της Συμμαχίας να φιλοξενηθεί η κρίσιμη αυτή Σύνοδος μέσα στο ίδιο το επιβλητικό Προεδρικό Μέγαρο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν συνιστά μια αθώα διαδικαστική λεπτομέρεια. Αποτελεί μια κολοσσιαία, προσωπική και γεωπολιτική νίκη της αναθεωρητικής Τουρκίας, η οποία βλέπει το παλάτι της να μετατρέπεται στο απόλυτο κέντρο διερχομένων της παγκόσμιας ηγεσίας.
Η επιβεβαίωση αυτού του θλιβερού για τα ελληνικά συμφέροντα σκηνικού ήρθε μόλις λίγα εικοσιτετράωρα πριν, με την επίσημη επίσκεψη της Ύπατης Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάγια Κάλλας, στο παλάτι του Ερντογάν. Η εικόνα της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας να συνομιλεί σε εξαιρετικά θερμό κλίμα με τον Τούρκο Πρόεδρο, αναζητώντας τρόπους για τη διεύρυνση της στρατηγικής και εμπορικής τους συνεργασίας, λειτουργεί ως οριστική ταφόπλακα στις κυβερνητικές ψευδαισθήσεις. Την ώρα που οι Βρυξέλλες σπεύδουν να υποκλιθούν στην Άγκυρα για να κλείσουν προσοδοφόρες «μπίζνες» γύρω από το μεταναστευτικό, την τελωνειακή ένωση και την περιφερειακή ασφάλεια, η Κύπρος παραμένει ακρωτηριασμένη υπό κατοχή και το παράνομο casus belli εις βάρος της Ελλάδας διατηρείται ακέραιο στο τραπέζι. Το μήνυμα είναι κυνικό και αδιαπραγμάτευτο: η Ευρώπη νομιμοποιεί και αποθεώνει τον Ερντογάν ως τον απόλυτο, αναντικατάστατο ηγεμόνα της Ανατολικής Μεσογείου.
Αυτή η διεθνής παρέλαση υποτέλειας αναμένεται να κορυφωθεί θεαματικά κατά τη διάρκεια της Συνόδου του ΝΑΤΟ. Ο πλανήτης θα παρακολουθήσει τον Ντόναλντ Τραμπ να πραγματοποιεί την πρώτη του προεδρική επίσκεψη στην Τουρκία, επισφραγίζοντας πανηγυρικά τις θερμότερες αμερικανοτουρκικές σχέσεις των τελευταίων ετών. Την ίδια στιγμή, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχοντας φροντίσει να προλειάνει το έδαφος, ετοιμάζεται να ανακοινώσει αμυντικές συμφωνίες δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων υπέρ της Άγκυρας. Οι σύμμαχοι πλέον αντιμετωπίζουν ανοιχτά την Τουρκία —η οποία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας— ως το απόλυτο προπύργιο απέναντι στη Ρωσία και την αστάθεια της Μέσης Ανατολής. Στον βωμό αυτής της αντίληψης, διαγράφουν μονοκοντυλιά κάθε τουρκική παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Έχοντας εξασφαλίσει την απόλυτη διεθνή ανοχή και την άνεση του οικοδεσπότη, ο Ερντογάν έχει ήδη υπαγορεύσει τη δική του επιθετική ατζέντα. Απαιτεί ωμά πλέον την πλήρη άρση όλων των περιορισμών στο αμυντικό εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών, ζητώντας ουσιαστικά να αφαιρεθεί κάθε δικαίωμα βέτο από χώρες όπως η Ελλάδα ή η Κύπρος, και αξιώνει την πλήρη ενσωμάτωση της Τουρκίας στις ευρωπαϊκές αμυντικές δομές. Σε αυτό το βαθιά εχθρικό περιβάλλον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσέρχεται αφοπλισμένος, έχοντας εγκλωβιστεί απόλυτα στη δική του ρητορική της «θετικής ατζέντας». Ενώ η Ουάσιγκτον, οι Βρυξέλλες και η Άγκυρα επανασχεδιάζουν τη γεωπολιτική σκακιέρα, η Ελλάδα έχει περιοριστεί στον ρόλο του απλού πελάτη, παρακολουθώντας αμήχανα τις μεγάλες δυνάμεις να εξοπλίζουν την Τουρκία, χωρίς η ίδια να έχει εξασφαλίσει την παραμικρή γεωπολιτική εγγύηση για την εθνική της κυριαρχία.
Πώς Φτάσαμε Ως Εδώ;
Πώς, όμως, η ελληνική διπλωματία έφτασε στο σημείο της απόλυτης χρεοκοπίας, επιτρέποντας στους δυτικούς ηγέτες να συνωστίζονται στο παλάτι του Ερντογάν προσφέροντας γην και ύδωρ; Η απάντηση είναι απλή και βαρύνει αποκλειστικά το Μέγαρο Μαξίμου: η ίδια η ελληνική κυβέρνηση τους προσέφερε στο πιάτο το τέλειο διπλωματικό άλλοθι.
Για πολλά χρόνια, η ελληνική διπλωματία, κατόρθωνε να μπλοκάρει μεθοδικά και αποτελεσματικά τα αεροπορικά εξοπλιστικά πακέτα της Τουρκίας. Το επιχείρημα ήταν αδιάσειστο και στηριζόταν στη σκληρή πραγματικότητα: η Άγκυρα παραβίαζε συστηματικά τον εναέριο χώρο στο Αιγαίο και διατηρούσε ανοιχτή την απειλή πολέμου (casus belli) εις βάρος ενός συμμάχου στο ΝΑΤΟ. Όταν, ωστόσο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να υιοθετήσει το επικοινωνιακό και βαθιά ατελέσφορο αφήγημα της δήθεν «εξομάλυνσης» και της «θετικής ατζέντας», η Ουάσιγκτον βρήκε ακριβώς τη δικαιολογία που αναζητούσε. Η αμερικανική λογική λειτούργησε με απόλυτο κυνισμό: «Εφόσον οι ίδιοι οι Έλληνες τα βρίσκουν μια χαρά με τους Τούρκους στο εμπόριο, τον τουρισμό και την οικονομία, γιατί εμείς να επωμιστούμε το κόστος να τους αρνηθούμε τα όπλα;».
Αυτό το διάτρητο κυβερνητικό αφήγημα των «ήρεμων νερών» επέτρεψε στη νέα αμερικανική διοίκηση να παρακάμψει πλήρως τις όποιες ενστάσεις. Το αποτέλεσμα; Οι ΗΠΑ ενέκριναν με συνοπτικές διαδικασίες στρατιωτικά πακέτα ύψους 700 εκατομμυρίων δολαρίων, περιλαμβάνοντας κινητήρες F110 για το τουρκικό μαχητικό KAAN και ζωτικής σημασίας ανταλλακτικά για τα F-16. Και σαν να μην έφτανε αυτή η συντριβή, η Πρέσβειρα Κίμπερλυ Γκίλφοϊλ φρόντισε πρόσφατα να διαλύσει και τις τελευταίες ελληνικές ψευδαισθήσεις γύρω από τα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35. Σε δημόσιες τοποθετήσεις της, η Αμερικανίδα Πρέσβειρα απέφυγε με εκκωφαντικό τρόπο να δώσει έστω και την παραμικρή διαβεβαίωση ότι η Τουρκία θα παραμείνει οριστικά εκτός του προγράμματος. Καμία ρητή δέσμευση, καμία εγγύηση για την Ελλάδα. Αντιθέτως, άφησε ορθάνοιχτες τις πόρτες για το ανατολίτικο παζάρι της Άγκυρας με τον Αμερικανό Υπουργό Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος πλέον εξετάζει ανοιχτά την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα.
Ο απόλυτος διπλωματικός παραλογισμός, όμως, και η πλήρης εμπορευματοποίηση των εθνικών δικαίων αποτυπώθηκαν ξεκάθαρα στην ευρωπαϊκή σκηνή. Λίγες μέρες πριν την επίσκεψη της Κάγια Κάλλας στην Άγκυρα, στο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για την Τουρκία στις 17 Ιουνίου 2026, οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ έσπευσαν να υπερψηφίσουν το κείμενο, στήνοντας μάλιστα αδικαιολόγητους πανηγυρισμούς. Πανηγύριζαν για ένα κείμενο που, ενώ διαπίστωνε ότι ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας είναι ανύπαρκτος, πρότεινε τη δημιουργία μιας «νέας, δυναμικής και στρατηγικής εταιρικής σχέσης».
Στη γλώσσα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, αυτή η «εταιρική σχέση» ταυτίζεται με τον διακαή πόθο του Ερντογάν: την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι η Ευρώπη, βλέποντας την πλήρη ένταξη της Τουρκίας να ναυαγεί λόγω του αυταρχικού της καθεστώτος, προσφέρει στην Άγκυρα το απόλυτο οικονομικό σωσίβιο. Της ανοίγει διάπλατα τις ευρωπαϊκές αγορές για αγροτικά προϊόντα, υπηρεσίες και δημόσιες συμβάσεις, έτοιμη να ρίξει δισεκατομμύρια ευρώ σε μια παραπαίουσα τουρκική οικονομία. Με απλά λόγια, οι Βρυξέλλες λένε στην Άγκυρα: «Δεν χρειάζεται να εκδημοκρατιστείς, ούτε να άρεις το Casus Belli στο Αιγαίο και την κατοχή της Κύπρου· αρκεί να κάνουμε εμπορικές μπίζνες». Και αυτό ακριβώς το εμπορικό «ξέπλυμα» υπερψήφισαν οι Έλληνες ευρωβουλευτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, νομιμοποιώντας την επίσκεψη της Κάγια Κάλλας που ακολούθησε.
Στον απόλυτο αντίποδα αυτής της εθελόδουλης στάσης, βρέθηκαν οι Κύπριοι ευρωβουλευτές, οι οποίοι παρέδωσαν ηχηρό μάθημα εθνικής αξιοπρέπειας. Διαφοροποιήθηκαν πλήρως και καταψήφισαν το κείμενο, αρνούμενοι να συμπορευθούν με την εμπορική λογική των Αθηνών. Η Λευκωσία διέγνωσε την παγίδα: κατάλαβε ότι η αναβάθμιση της Τουρκίας σε «ειδικό στρατηγικό εταίρο» δίνει λευκή επιταγή στην Ευρώπη να κάνει προσοδοφόρες «μπίζνες» με τον Ερντογάν, παρακάμπτοντας εσκεμμένα τη συνεχιζόμενη κατοχή του 37% της Κύπρου. Είδαν κρίσιμες τροπολογίες να διαγράφονται και αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοι σε μια συμφωνία που επιτρέπει στην Ε.Ε. να παριστάνει τον «ουδέτερο μεσολαβητή», την ώρα που η Τουρκία αποκλείει κυνικά την Κύπρο από τις διεθνείς συνόδους.
Οι Κύπριοι ευρωβουλευτές κράτησαν χαρακτήρα. Απέδειξαν περίτρανα ότι όταν η εξωτερική πολιτική υποτάσσεται στα εμπορικά deals, οι πρώτοι που θυσιάζονται είναι εκείνοι που συναινούν στον ρόλο του δεδομένου και προβλέψιμου παρατηρητή. Η στάση τους εξέθεσε ανεπανόρθωτα τους εγχώριους πανηγυρισμούς της Αθήνας.
Με Αποσκευές του 1999 σε μια Σύνοδο του 2026 Μέσα σε αυτό το απόλυτα εχθρικό και συναλλακτικό διεθνές περιβάλλον, όπου η Τουρκία αλωνίζει ανενόχλητη και η Δύση τής στρώνει το κόκκινο χαλί, θα περίμενε κανείς από την ελληνική ηγεσία μια ριζική αναθεώρηση στρατηγικής. Αντ’ αυτού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να προσέλθει στην κρίσιμη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα κρατώντας διπλωματικές αποσκευές… του περασμένου αιώνα. Στην πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη στον Νίκο Χατζηνικολάου, ο Πρωθυπουργός προέβη σε μια δήλωση που συμπυκνώνει όλο το μέγεθος της κυβερνητικής αφέλειας. Δήλωσε με εμφανή, αλλά αδικαιολόγητη, αυτοπεποίθηση: «Και είπα ξεκάθαρα στον Πρόεδρο Erdoğan: εγώ να θέλω υπό προϋποθέσεις να σε φέρω πιο κοντά στην Ευρώπη».
Αυτή η φράση θα αποτελούσε ίσως ένα αριστούργημα διπλωματικής τακτικής, εάν είχε ειπωθεί πριν από είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια. Σήμερα, όμως, συνιστά ένα αδιανόητο μνημείο αναχρονιστικής εθελοτυφλίας. Η περιβόητη λογική των «προϋποθέσεων» αποτελεί το ξεπερασμένο ιδεολογικό κατάλοιπο της Συμφωνίας του Ελσίνκι του 1999, με αρχιτέκτονα τον Κώστα Σημίτη, τον μέντορα του Μητσοτάκη. Τότε, η Αθήνα πίστευε ότι, υποστηρίζοντας την ευρωπαϊκή υποψηφιότητα της Τουρκίας, η Άγκυρα θα εξαναγκαζόταν να εκδημοκρατιστεί και να επιλύσει τις διαφορές της στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κομβική λεπτομέρεια που το Μέγαρο Μαξίμου αρνείται πεισματικά να δει: το 1999 η Τουρκία ίσως και να ήθελε πράγματι να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν έτει 2026, το γεωπολιτικό σκηνικό έχει ανατραπεί εκ βάθρων. Η Τουρκία έχει μετεξελιχθεί σε μια βαθιά αναθεωρητική, αυτόνομη περιφερειακή δύναμη, η οποία δεν έχει την παραμικρή επιθυμία να ενταχθεί σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφυκτικών δημοκρατικών κανόνων. Η Άγκυρα έχει ήδη απορρίψει εμφατικά το ευρωπαϊκό κεκτημένο, καθιστώντας κάθε σημερινή συζήτηση περί «ευρωπαϊκών προϋποθέσεων» ένα εντελώς κενό γράμμα.
Η επιμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη να αναβιώσει ένα «Νέο Ελσίνκι» βασίζεται σε μια καταστροφική ψευδαίσθηση. Το δομικό, τραγικό λάθος αυτής της στρατηγικής είναι ότι σήμερα η Τουρκία έχει πάρει ακριβώς αυτό που ήθελε, έχει επιβάλει τις «γκρίζες ζώνες» της στο πεδίο και αδιαφορεί πλήρως για την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Όταν ο Έλληνας Πρωθυπουργός δηλώνει δημόσια «εγώ θέλω να σε φέρω πιο κοντά», αναλαμβάνει οικειοθελώς και αμισθί τον ρόλο του διεθνούς «συνηγόρου» της Τουρκίας. Η χρήση του ρήματος «θέλω» αποκαλύπτει ότι η Αθήνα προσφέρει πρόθυμα τις υπηρεσίες της σε μια χώρα που δεν έχει υποχωρήσει ούτε χιλιοστό από το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και εξακολουθεί να κρατά ενεργή την απειλή πολέμου (casus belli) εναντίον της.
Σύμφωνα με τους κανόνες της διεθνούς διπλωματίας, το να προσφέρεις εθελοντικά ευρωπαϊκή «βοήθεια» και ενεργή πολιτική στήριξη σε κάποιον που σε απειλεί ευθέως, με την ψευδαίσθηση ότι ίσως τον ημερέψεις, δεν συνιστά διεκδικητική εθνική πολιτική. Αποτελεί τον απόλυτο ορισμό του κατευνασμού και της παραίτησης. Η Ελλάδα, εξαιτίας αυτής της ρητορικής, στερεί από τους ίδιους τους συμμάχους της τα πολιτικά επιχειρήματα για να πιέσουν την Τουρκία. Το ερώτημα των ξένων ηγετών είναι ένα: αν η ίδια η Αθήνα «θέλει να τη φέρει πιο κοντά» και πανηγυρίζει για τα «ήρεμα νερά», γιατί οι Βρυξέλλες να μην υπογράψουν εμπορικές συμφωνίες μαζί της, και γιατί η Ουάσιγκτον να μη της παραδώσει τα F-35;
Με αυτές ακριβώς τις αναχρονιστικές, ακατανόητες αποσκευές της εθελοδουλίας, η κυβέρνηση οδεύει προς το παλάτι του Ερντογάν, ως έτοιμο θύμα μιας προδιαγεγραμμένης διπλωματικής σφαγής.
Η Μόνη Απάντηση Είναι η «Διπλωματία των Δεσμών»
Καθώς η χώρα οδεύει ως πρόθυμος θεατής προς την κρίσιμη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, το αδιέξοδο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προβάλλει πλέον αξεπέραστο. Η Ιστορία διδάσκει ότι η διπλωματία που εξαντλείται σε εμπορικές συμφωνίες παράγει εφήμερες συναλλαγές, οι οποίες ακυρώνονται την επόμενη κιόλας μέρα αν οι σύμμαχοι βρουν έναν πιο επικερδή εταίρο. Αντιθέτως, η γνήσια διπλωματία χτίζει σχέσεις στρατηγικού βάθους και εξασφαλίζει ότι η χώρα αντιμετωπίζεται ως ισότιμος και σεβαστός συνομιλητής.
Μπροστά στο σημερινό διπλωματικό κενό της Αθήνας, η στάση του Αντώνη Σαμαρά λειτουργεί ως η μοναδική αξιόπιστη πυξίδα. Ο πρώην Πρωθυπουργός γνωρίζει σε τεράστιο βάθος την πραγματική δύναμη της «διπλωματίας των δεσμών» —της μόνης στρατηγικής που θωρακίζει τη χώρα μακροπρόθεσμα. Ακριβώς επειδή κατέχει αυτή τη γνώση και τη συσσωρευμένη εμπειρία, το αντικείμενο της πρόσφατης, θεσμικής συνάντησής του με την Αμερικανίδα Πρέσβειρα Κίμπερλυ Γκίλφοϊλ δεν θα μπορούσε παρά να επικεντρωθεί εκεί: στον πυρήνα των ελληνοαμερικανικών δεσμών.
Η επιλογή της Ουάσιγκτον να συζητήσει το μέλλον και το βάθος αυτής της στρατηγικής σχέσης μαζί του, αποτελεί μια καθαρή αναγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο διεθνής παράγοντας δεν εγκλωβίζεται σε εγχώρια μικροπολιτικά αφηγήματα, αλλά φροντίζει να συνομιλεί με πρόσωπα που διαθέτουν το ειδικό βάρος να αντιληφθούν τη μεγάλη εικόνα. Η συνάντηση αυτή πιστοποίησε στο υψηλότερο επίπεδο ότι ο Αντώνης Σαμαράς είναι ο αδιαπραγμάτευτος ρυθμιστής, ένας πολιτικός που αντιλαμβάνεται πλήρως ότι τα εθνικά δίκαια δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ευκαιριακής συναλλαγής.
Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ετοιμάζεται να παρακολουθήσει τη νομιμοποίηση του Ερντογάν στην Άγκυρα, παγιδευμένος στην αναχρονιστική αφέλεια των «προϋποθέσεων» και στη λογική του υποχωρητικού εταίρου, η διπλωματική οξύνοια του Αντώνη Σαμαρά υπενθυμίζει τον μοναδικό δρόμο εθνικής επιβίωσης.
Η εθνική αξιοπρέπεια δεν είναι εμπορεύσιμη.
Η κυριαρχία δεν μπαίνει στο ζύγι κανενός εμπορικού deal.
Η χώρα οφείλει να επιστρέψει σε μια εξωτερική πολιτική στρατηγικών εγγυήσεων. Και σε αυτήν ακριβώς την ιστορική καμπή, η στιβαρή, αδιαπραγμάτευτη στάση του Αντώνη Σαμαρά δεν συνιστά απλώς μια πολιτική επιλογή. Ορίζει, αυταπόδεικτα και ηγετικά, την ίδια την επόμενη μέρα.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος
Πηγή: iapopsi.gr




