Του Αντώνη Βενέτη
Ο αειθαλής και αιωνόβιος επίτιμος αρεοπαγίτης, κ Ευάγγελος Ανδριανός, με επιστολή του στην «Κ» της 24.4.2026, επεσήμανε «τα υπέρ και τα κατά του συνδικαλισμού».
Βεβαίως δεν αμφισβητείται ότι ο συνδικαλισμός, ο οποίος προστατεύει τα συμφέροντα των εργατών, μεγάλως συμβάλλει εις την ειρηνική κοινωνική συμβίωση.
Αλλά, βεβαίως, και εδώ ισχύει το Δελφικό απόφθεγμα «μηδέν άγαν» (όχι υπερβολές).
Οι υπερβολές όμως του εν Ελλάδι συνδικαλιστικού κινήματος, παρετηρήθησαν ιδίως κατά την μεταπολίτευση, κατά την οποίαν, πρωτοστατούσης της δογματικής αριστεράς και της «προοδευτικής» αριστεράς, οι σχεδόν καθημερινές απεργίες και διαδηλώσεις «για ψύλλου πήδημα» συνέβαλλαν μάλλον στην απαξίωση του δικαιώματος της απεργίας από το κοινωνικό σύνολο, και έτσι απέβησαν αλυσιτελείς εν πολλοίς.
Μάλλον θα παρατηρούσα, όμως, ότι οι μόνοι ίσως ωφεληθέντες τελικά ήσαν οι «επαγγελματίες» συνδικαλιστές, αποκαλούμενοι και «εργατοπατέρες».
Η κατάχρηση όμως των απεργιών επεσημάνθηκε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Έτσι το 1907, μια απεργία των ηλεκτρολογων στο Παρίσι, που βύθισε την πόλη στο σκοτάδι, ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Ζωρζ Κλεμανσώ, αν και είχε προοδευτικές ιδέες, απήντησε στον Ζαν Ζωρές, που υπερασπίστηκε την απεργία:
«Είμαι υποχρεωμένος να παρατηρήσω ότι αυτή η μορφή ελευθερίας που σας ενθουσιάζει, είναι η καταπίεση της κοινωνίας από ορισμένα άτομα.»
Θα παρατηρούσα κάπως γενικότερα ότι η αύξηση της παραγωγής, αυτή είναι η μοναδική λύση που θα είχε αποτέλεσμα.
Αλλά η αύξηση της παραγωγής σκοντάφτει πάντοτε σχεδόν στην συνδικαλιστική αδιαλλαξία.
Τέλος, θα παραθέσω ένα ωραίο κείμενο του αθάνατου Πλούταρχου, αναφερόμενο σε μία λαϊκίστικη αντίληψη των πολιτικών που πρέπει να αποφεύγεται η να ασκείται με φειδώ.
«Οὐ γὰρ κακῶς ἔοικεν εἰπεῖν ὁ εἰπὼν ὅτι πρῶτος κατέλυσε τὸν δῆμον ὁ πρῶτος ἑστιάσας καὶ δεκάσας.»
(Δεν εσφάλλε ο ειπών ότι κύριος αίτιος της καταστροφής του Δήμου είναι ο δώσας εις τον λαόν διασκεδάσεις και διαφθείρας αυτόν διά φιλοδωρημάτων).


