Τοποθέτηση της Υπουργού Πολιτισμού Δρος Λίνας Μενδώνη στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Ομ. Καθηγ. Γεώργιου Μέργου «Η Οικονομία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς: Αξιοποιώντας το παρελθόν για ένα βιώσιμο μέλλον», Εκδόσεις ΕΥΡΑΣΙΑ, 2026, 18 Μαΐου 2026
Θα ήθελα κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω εσένα προσωπικά, τις Εκδόσεις ΕΥΡΑΣΙΑ, καθώς και όλους τους συντελεστές της σημερινής εκδήλωσης, για την τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση της σημαντικής και επίκαιρης μελέτης με τίτλο «Η Οικονομία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς: Αξιοποιώντας το παρελθόν για ένα βιώσιμο μέλλον».
Η σημερινή συνάντηση δεν αφορά απλώς στην παρουσίαση μιας ακόμη επιστημονικής έκδοσης. Αποτελεί, ουσιαστικά, αφορμή για έναν ευρύτερο και εξαιρετικά επίκαιρο δημόσιο διάλογο γύρω από ένα ζήτημα στρατηγικής σημασίας: Τη θέση της πολιτιστικής κληρονομιάς στον σύγχρονο αναπτυξιακό σχεδιασμό και τη σχέση Πολιτισμού, κοινωνίας και οικονομίας.
Η ενεργοποίηση και η εντατικοποίηση του δημόσιου διαλόγου αποτελεί, άλλωστε, μία από τις κύριες επιδιώξεις της συγκεκριμένης μελέτης. Η πρωτοβουλία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς προέρχεται από έναν επιστήμονα με τη διαδρομή, το κύρος και τη μακρά δημόσια παρουσία του Γιώργου Μέργου. Ενός πανεπιστημιακού δασκάλου και οικονομολόγου, ο οποίος έχει υπηρετήσει με συνέπεια και επιστημονική επάρκεια τη δημόσια πολιτική, την ανώτατη εκπαίδευση και τον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας επί δεκαετίες. Η ακαδημαϊκή του πορεία, το ερευνητικό του έργο, αλλά και η ενεργός συμμετοχή του στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών σε κρίσιμους τομείς της οικονομικής και περιφερειακής ανάπτυξης, του επιτρέπουν να προσεγγίζει τα ζητήματα της πολιτιστικής κληρονομιάς όχι αποσπασματικά ή θεωρητικά, αλλά μέσα από ένα μη συνήθη συνδυασμό επιστημονικής τεκμηρίωσης, διεθνούς εμπειρίας και βαθιάς κατανόησης της ελληνικής πραγματικότητας.
Η συμβολή του Γιώργου Μέργου στη δημόσια συζήτηση για τη βιώσιμη ανάπτυξη, τη χωρική συνοχή, την περιφερειακή πολιτική και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας είναι γνωστή και διαχρονική. Στο νέο του βιβλίο, η συζήτηση αυτή αποκτά έναν ιδιαίτερα γόνιμο και ουσιαστικό άξονα: την οικονομική διάσταση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όχι, όμως, υπό μια στενά λογιστική ή αγοραία θεώρηση. Αντιθέτως, μέσα από μια πολυπαραγοντική και ολιστική προσέγγιση, η οποία αναδεικνύει την πολιτιστική κληρονομιά ως σύνθετο δημόσιο αγαθό, ως αναπτυξιακό κεφάλαιο, αλλά και ως θεμελιώδη παράγοντα κοινωνικής συνοχής, συλλογικής ταυτότητας και βιώσιμης ευημερίας.
Αυτό ακριβώς είναι, κατά τη γνώμη μου, και ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του βιβλίου. Ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως στατικό κατάλοιπο του παρελθόντος ούτε ως απομονωμένο πεδίο διαχείρισης ειδικών επιστημόνων. Την αντιμετωπίζει ως ενεργό και δυναμικό στοιχείο της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Ως πόρο που παράγει αξία —πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική, αλλά και οικονομική. Ως πεδίο όπου η προστασία, η διατήρηση, η ανάδειξη και η αξιοποίηση μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν μέσα σε ένα συνεκτικό και βιώσιμο πλαίσιο πολιτικής.
Η βασική αυτή παραδοχή διατρέχει ολόκληρο το έργο. Και θα έλεγα, ότι αποτελεί και τον κεντρικό πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συγγραφέα: Οτι η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη ούτε πολυτέλεια που αφορά αποκλειστικά περιόδους οικονομικής ευμάρειας. Αντιθέτως, αποτελεί κρίσιμο και αναντικατάστατο αναπτυξιακό πόρο, με ισχυρό κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα, ικανό να συμβάλει ουσιαστικά στη βιώσιμη ανάπτυξη, στην περιφερειακή συνοχή, στην ενίσχυση της απασχόλησης, στην ποιότητα ζωής και στην ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών.
Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και ως προς τη δομή και τη μεθοδολογική του προσέγγιση. Ο Γιώργος Μέργος αξιοποιεί ένα ευρύ φάσμα βιβλιογραφικών, θεωρητικών και εμπειρικών εργαλείων, συνδυάζοντας τη διεθνή εμπειρία με την ελληνική πραγματικότητα. Αναλύει βασικές έννοιες της οικονομικής του Πολιτισμού, παρουσιάζει διεθνή παραδείγματα, εξετάζει πολιτικές και πρακτικές διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς και επιχειρεί να αποτιμήσει τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις της στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το έργο δεν περιορίζεται σε γενικές διαπιστώσεις ή αφηρημένες θεωρητικές αναλύσεις. Ο συγγραφέας επιχειρεί να τεκμηριώσει, με συστηματικό τρόπο, τον πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα των επενδύσεων στον Πολιτισμό, αξιοποιώντας δεδομένα, ποσοτικές εκτιμήσεις και σύγχρονα εργαλεία οικονομικής ανάλυσης. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο συνομιλεί ουσιαστικά με μια ευρύτερη διεθνή επιστημονική τάση, η οποία τα τελευταία χρόνια αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο τον Πολιτισμό ως διακριτό παραγωγικό τομέα και βασικό συντελεστή ανάπτυξης.
Οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνονται πλέον και από τη διεθνή εμπειρία και τη διεθνή βιβλιογραφία. Μελέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της UNESCO, του ΟΟΣΑ και διεθνών ερευνητικών οργανισμών τεκμηριώνουν ότι ο πολιτιστικός και δημιουργικός τομέας αποτελεί έναν από τους πλέον δυναμικούς τομείς της σύγχρονης οικονομίας, με σημαντική συμβολή στο ΑΕΠ, στην απασχόληση, στην καινοτομία και στην κοινωνική συνοχή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του βιβλίου στην ελληνική περίπτωση. Η Ελλάδα διαθέτει ένα εξαιρετικά πλούσιο και πολυεπίπεδο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο συνιστά αναμφισβήτητο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας. Ταυτόχρονα, όμως, όπως επισημαίνεται, η δυναμική αυτή δεν είχε αξιοποιηθεί διαχρονικά στον βαθμό που θα μπορούσε, ιδίως σε επίπεδο περιφερειακής ανάπτυξης, παραγωγικής ανασυγκρότησης και δημιουργίας βιώσιμων τοπικών οικοσυστημάτων πολιτισμού και δημιουργικότητας.
Σε αυτό το σημείο, το βιβλίο θίγει μια εξαιρετικά κρίσιμη διάσταση: Την ανάγκη εφαρμογής όχι αποσπασματικών ή αμιγώς προστατευτικών προσεγγίσεων. Αλλά την ανάγκη εφαρμογής ολοκληρωμένων πολιτικών πολιτιστικής διαχείρισης, που συνδέουν την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς με την τοπική ανάπτυξη, τον τουρισμό, την εκπαίδευση, την καινοτομία, την έρευνα, τις δημιουργικές βιομηχανίες και τις νέες τεχνολογίες.
Πρόκειται για μια θεώρηση που αποκτά, σήμερα, ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα ζητήματα της βιωσιμότητας, της κλιματικής ανθεκτικότητας, της κοινωνικής συνοχής και της ποιότητας ζωής βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης για τις δημόσιες πολιτικές. Ο Πολιτισμός —και ειδικότερα η πολιτιστική κληρονομιά— αναγνωρίζεται πλέον ως ο τέταρτος πυλώνας της βιώσιμης ανάπτυξης, σε άμεση συνάρτηση με την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον.
Το βιβλίο αναδεικνύει, επίσης, με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν λειτουργεί μόνο ως οικονομικός πόρος, αλλά και ως παράγοντας κοινωνικής συνοχής και συλλογικής αυτογνωσίας. Εχω πει πολλές φορές, στο πλαίσιο της δημόσιας πολιτικής για τον Πολιτισμό, που εφαρμόζουμε για τα τελευταία επτά χρόνια, ότι τα μνημεία, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μουσεία και γενικότερα οι χώροι πολιτισμού δεν υπάρχουν in vitro, αποκομμένοι από την κοινωνία. Συνδέονται με συγκεκριμένους τόπους και κοινότητες, παράγουν εμπειρίες, ενεργοποιούν κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις, δημιουργούν αίσθημα συμμετοχής και συνανήκειν.
Αυτή ακριβώς η οργανική σύνδεση Πολιτισμού και κοινωνίας καθιστά τόσο σημαντική την έννοια της βιώσιμης διαχείρισης, στην οποία ο συγγραφέας επανέρχεται συστηματικά. Η αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν μπορεί να ταυτίζεται με την άκριτη εμπορευματοποίηση ούτε με πρακτικές που υπονομεύουν την αυθεντικότητα και τη φέρουσα ικανότητα των μνημείων και των τόπων. Ορθά, λοιπόν, το βιβλίο επιμένει στην ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία και στην ανάπτυξη, ανάμεσα στην οικονομική αξιοποίηση και στη διαφύλαξη της πολιτιστικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η έμφαση που δίνεται στην περιφερειακή διάσταση της πολιτιστικής πολιτικής. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης ανάπτυξης ιδίως σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, κινητοποιώντας τοπικούς πόρους και ενισχύοντας την κοινωνική και οικονομική ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατες μελέτες για την ελληνική περίπτωση, σύμφωνα με τις οποίες οι πολιτιστικοί πόροι επιδρούν ακόμη εντονότερα στις περιοχές χαμηλότερου εισοδηματικού επιπέδου.
Το έργο του Γιώργου Μέργου αποκτά, επομένως, ιδιαίτερη αξία γιατί συμβάλλει ουσιαστικά στην αποδόμηση παρωχημένων αντιλήψεων, που αντιμετώπιζαν τον Πολιτισμό είτε ως πολυτέλεια είτε ως πεδίο αποκομμένο από την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Με επιστημονική νηφαλιότητα, αλλά και σαφή αναπτυξιακή οπτική, αναδεικνύει ότι οι επενδύσεις στον Πολιτισμό δεν αποτελούν δημοσιονομικό βάρος χωρίς ανταπόδοση, αλλά επένδυση υψηλής προστιθέμενης αξίας με πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία.
Ακριβώς γι’ αυτό, θεωρώ ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους ειδικούς επιστήμονες ή στους ανθρώπους του Πολιτισμού. Απευθύνεται εξίσου στους φορείς χάραξης πολιτικής, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους ερευνητές, στους επαγγελματίες του τουρισμού και της ανάπτυξης, αλλά και σε κάθε πολίτη που ενδιαφέρεται για το μέλλον του τόπου μας και για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο Πολιτισμός σε αυτό.
Η συμβολή του βιβλίου στον δημόσιο διάλογο είναι, συνεπώς, εξαιρετικά σημαντική. Όχι μόνο επειδή τεκμηριώνει με επιστημονικό τρόπο τη σχέση Πολιτισμού και ανάπτυξης, αλλά και επειδή θέτει ουσιαστικά ερωτήματα για το μέλλον: Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε υπεύθυνα και βιώσιμα το πολιτιστικό μας απόθεμα; Πώς μπορούμε να μετατρέψουμε την πολιτιστική κληρονομιά σε παράγοντα κοινωνικής ευημερίας χωρίς να αλλοιώσουμε τον χαρακτήρα και την αυθεντικότητά της; Πώς μπορούμε να συνδέσουμε αποτελεσματικότερα τον Πολιτισμό με την εκπαίδευση, την έρευνα, την τεχνολογία, την καινοτομία και την περιφερειακή ανάπτυξη;
Η ανάγνωση, όμως, του βιβλίου του Γιώργου Μέργου έχει, για μένα προσωπικά, και μία ακόμη ιδιαίτερη διάσταση. Πολλές από τις αναλύσεις, τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του συγγραφέα συμπίπτουν απολύτως τόσο με τη δική μου επιστημονική προσέγγιση, όσο και με την εμπειρία που έχω αποκομίσει από τη θητεία μου στο Υπουργείο Πολιτισμού. Επιβεβαιώνουν, ουσιαστικά, μια βασική μου πεποίθηση που διαμορφώθηκε μέσα από δεκαετίες ενασχόλησης με την πολιτιστική πολιτική και τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς: ότι ο Πολιτισμός δεν αποτελεί μόνο στοιχείο ταυτότητας και ιστορικής συνέχειας, αλλά και κρίσιμο αναπτυξιακό κεφάλαιο με ισχυρό κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα. Και είναι αυτή ακριβώς η πεμπτουσία βάσει της οποίας σχεδιάσαμε και υλοποιούμε τις πολιτικές μας, από το 2019 έως σήμερα.
Η πεποίθηση αυτή δεν αποτελεί ιδεολογική ή θεωρητική παραδοχή. Τεκμηριώνεται πλέον από τη διεθνή επιστημονική έρευνα, αλλά και από ασφαλή δεδομένα και μετρήσιμα στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας. Τεκμηριώνεται από ανεξάρτητες μελέτες και έρευνες, όπως εκείνες της διαΝΕΟσις για τους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς στην Ελλάδα, οι οποίες αναδεικνύουν με σαφήνεια τον ρόλο του Πολιτισμού ως μοχλού οικονομικής, κοινωνικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Η διεθνής μελέτη της Olsberg για τον οπτικοακουστικό τομέα στην Ελλάδα, την περίοδο 2018–2025, τεκμηριώνει με σαφήνεια ότι η δημόσια επένδυση στην οπτικοακουστική παραγωγή συγκαταλέγεται στις πιο αποδοτικές δημόσιες πολιτικές της τελευταίας εξαετίας, αποδεικνύοντας ότι η δημόσια επένδυση ενός ευρώ αποδίδει στην οικονομία 4,20 ευρώ. Τεκμηριώνεται, επίσης, από τα στοιχεία και τις μελέτες που εκπονήθηκαν με πρωτοβουλία του ίδιου του Υπουργείου Πολιτισμού σχετικά με τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των δημόσιων επενδύσεων στον τομέα του Πολιτισμού.
Επιτρέψτε μου να σταθώ ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο, γιατί θεωρώ ότι αφορά σε έναν από τους πιο κρίσιμους άξονες της σημερινής συζήτησης. Επανέρχεται συχνά, με τη μία ή την άλλη μορφή, το ερώτημα: «Αιτιολογούνται δημοσιονομικά μεγάλες δημόσιες επενδύσεις στον Πολιτισμό, όταν υπάρχουν τόσο πολλές και πιεστικές κοινωνικές ανάγκες;» Πρόκειται για ένα ερώτημα εύλογο, το οποίο, όμως, στηρίζεται συχνά σε μια παρωχημένη αντίληψη που αντιμετωπίζει τον Πολιτισμό ως αγαθό πολυτελείας ή ως πεδίο δευτερεύουσας σημασίας για τη δημόσια πολιτική. Η αντίληψη αυτή δεν ανταποκρίνεται ούτε στη διεθνή εμπειρία ούτε στα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.
Σήμερα γνωρίζουμε πλέον, με επιστημονική τεκμηρίωση και μετρήσιμα στοιχεία, ότι οι επενδύσεις στον Πολιτισμό δεν αποτελούν δημοσιονομική επιβάρυνση χωρίς ανταπόδοση. Αντιθέτως, αποδίδουν στην οικονομία και στην κοινωνία πολλαπλάσιο όφελος από το αρχικό ύψος της επένδυσης. Δημιουργούν εισόδημα και θέσεις εργασίας, κινητοποιούν ιδιωτικούς πόρους, ενισχύουν τον τουρισμό και την επιχειρηματικότητα, αυξάνουν την ελκυστικότητα των περιοχών, ενδυναμώνουν την κοινωνική συνοχή και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Από τη θέση της Γενικής Γραμματέως του Υπουργείου Πολιτισμού, το 2014, ζήτησα την πρώτη συστηματική επιστημονική αποτίμηση των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων των έργων Πολιτισμού του ΕΣΠΑ 2007-2013. Η μελέτη ανατέθηκε στην εταιρεία Deloitte και βασίστηκε στο οικονομετρικό μοντέλο εισροών-εκροών του Βασίλι Λεόντιεφ. Τα αποτελέσματα υπήρξαν απολύτως αποκαλυπτικά: Επενδύσεις ύψους 512 εκατομμυρίων ευρώ στον Πολιτισμό παρήγαγαν συνολικό οικονομικό αποτύπωμα ύψους 1,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, με πολλαπλασιαστικό συντελεστή 3,16. Δηλαδή, για κάθε 1 ευρώ δημόσιας επένδυσης επέστρεψαν στην ελληνική οικονομία 3,16 ευρώ.
Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, επαναλάβαμε τη μελέτη για τα έργα της προγραμματικής περιόδου 2014-2020, ακολουθώντας συγκρίσιμη μεθοδολογία. Τα αποτελέσματα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακά. Επενδύσεις ύψους 453 εκατομμυρίων ευρώ δημιούργησαν συνολικές οικονομικές επιπτώσεις ύψους 1,56 δισεκατομμυρίων ευρώ, με τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή να ανέρχεται πλέον στα 3,44 ευρώ για κάθε 1 ευρώ επένδυσης. Παράλληλα, περίπου 22.000 θέσεις εργασίας συντηρήθηκαν ή δημιουργήθηκαν μέσω των έργων Πολιτισμού της συγκεκριμένης περιόδου.
Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από ευρύτερες ανεξάρτητες έρευνες. Η πρόσφατη μελέτη των Ioannis Kostakis και Sarantis Lolos για τις ελληνικές περιφέρειες τεκμηριώνει εμπειρικά ότι η πολιτιστική κληρονομιά έχει στατιστικά σημαντική θετική επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη, ιδίως στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της χώρας. Αντίστοιχα, η έρευνα της διαΝΕΟσις αναδεικνύει ότι ο πολιτιστικός και δημιουργικός τομέας δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη κλάδο της οικονομίας, αλλά έναν «φορέα θετικής αλλαγής» με πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην οικονομία, στις πόλεις, στην κοινωνική συνοχή, στην υγεία και στη διεθνή εικόνα της χώρας. Το ίδιο αποδεικνύει και η μελέτη για τον οπτικοακουστικό τομές, που προανέφερα. Όλα αυτά ενισχύουν τη βασική μας πεποίθηση ότι οι δημόσιες επενδύσεις στον Πολιτισμό όχι μόνο αιτιολογούνται δημοσιονομικά, αλλά οφείλουν να αποτελούν πάγια και σταθερή ευρωπαϊκή και εθνική προτεραιότητα. Διότι ο Πολιτισμός δεν είναι απλώς τομέας κατανάλωσης πόρων. Είναι τομέας παραγωγής αξίας. Είναι μοχλός ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης προόδου.
Και όλη αυτή η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα, καθώς η Ευρώπη διαπραγματεύεται την επόμενη χρηματοδοτική περίοδο 20228-2034. Μια συζήτηση που φαίνεται ότι θα κλείσει στην Ελληνική Προεδρία , το 2027. Γι αυτό για την χώρα μας, αλλά και για τον Πολιτισμό, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ποιος μπορεί να τη διαπραγματευθεί με τον επωφελέστερο για την Ελλάδα τρόπο.
Με πλήρη επίγνωση αυτής της πραγματικότητας, την οποία αναλύει εξαιρετικά ο Γιώργος Μέργος,, από το 2019 και εξής, προχωρήσαμε σε μια ουσιαστική αλλαγή παραδείγματος στην πολιτιστική διαχείριση και στην ασκούμενη πολιτιστική πολιτική. Είχαμε απόλυτη συναίσθηση, ότι προκειμένου ο Πολιτισμός να επιτελέσει αποτελεσματικά τον κοινωνικό και αναπτυξιακό του ρόλο, δεν αρκούσαν αποσπασματικές παρεμβάσεις ή μια αμυντική λογική διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Χρειαζόταν ένα νέο, συνεκτικό, ευέλικτο και δυναμικό μοντέλο πολιτιστικής διαχείρισης, με άξονες τη γνώση, την καινοτομία, τη βιωσιμότητα, τον στρατηγικό σχεδιασμό και την αποδοτική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής βρίσκεται η αντίληψη ότι ο Πολιτισμός αποτελεί βασικό παράγοντα ανάπτυξης, ιδιαίτερα για την περιφέρεια της χώρας. Πρακτικά, το Υπουργείο Πολιτισμού είναι ένα περιφερειακό υπουργείο, καθώς τα μνημεία βρίσκονται παντού, διάσπαρτα σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας, ενώ η σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία παράγεται, επίσης, σε όλη τη χώρα. Ειδικά για την πολιτιστική κληρονομιά, αυτή δεν μπορεί να παραμένει αποκομμένη από τις τοπικές κοινωνίες. Αντιθέτως, η αποκατάσταση, ανάδειξη και λειτουργική επανένταξη μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και μουσείων στη ζωή των πολιτών δημιουργεί ένα δυναμικό οικοσύστημα οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, το οποίο κινητοποιεί την τοπική παραγωγή, ενισχύει την απασχόληση, στηρίζει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και συμβάλλει στη συγκράτηση του πληθυσμού στην περιφέρεια.
Με αυτό το σκεπτικό καταρτίσαμε και εφαρμόζουμε την «Πολιτιστική Χάρτα Ανάπτυξης και Ευημερίας», έναν δυναμικό οδικό χάρτη πολιτιστικής πολιτικής και ανάπτυξης για όλες τις Περιφέρειες της χώρας, με ορίζοντα το 2030. Πρόκειται για ένα συνεκτικό σχέδιο που βασίζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες κάθε περιοχής και περιλαμβάνει έργα υποδομών, δράσεις και θεσμικές μεταρρυθμίσεις μεγάλης συνδυαστικής αξίας. Βασικοί άξονες της Πολιτιστικής Χάρτας είναι: Η προστασία, η συντήρηση, η ανάδειξη και η προσβασιμότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς, η αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογιών και του ψηφιακού μετασχηματισμού, η ενίσχυση της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας και των δημιουργικών βιομηχανιών, η προώθηση συνεργειών μεταξύ πολιτισμού, τουρισμού, εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας, καθώς και η επίτευξη πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων για τη βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής υλοποιείται σήμερα το μεγαλύτερο πρόγραμμα πολιτιστικών υποδομών που έχει εφαρμοστεί ποτέ στη χώρα. Περισσότερα από 900 έργα και δράσεις, συνολικού προϋπολογισμού άνω του 1,3 δισεκατομμυρίου ευρώ, βρίσκονται σε εξέλιξη σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Το πρόγραμμα αυτό εκτείνεται από μεγάλα εμβληματικά έργα έως παρεμβάσεις σε μικρούς και απομακρυσμένους οικισμούς της χώρας. Περιλαμβάνει αναστηλώσεις μνημείων, δημιουργία και εκσυγχρονισμό μουσείων, έργα ψηφιακού μετασχηματισμού, πολιτιστικές διαδρομές, παρεμβάσεις προσβασιμότητας, έργα προστασίας απέναντι στην κλιματική αλλαγή, αλλά και δράσεις που συνδέουν την πολιτιστική κληρονομιά με τη σύγχρονη δημιουργία και την καθημερινή ζωή των πολιτών. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουμε στην επίτευξη συνεργειών και οικονομιών κλίμακας. Στην ενίσχυση δηλαδή ολοκληρωμένων χωρικών και θεματικών προσεγγίσεων, όπως οι Πολιτιστικές Διαδρομές, που συνδέουν μνημεία, μουσεία, φυσικά τοπία, τοπικά προϊόντα και πολιτιστικές δράσεις σε ενιαία βιώσιμα αναπτυξιακά οικοσυστήματα.
Και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι ήδη ορατά. Αποτυπώνονται στην αυξανόμενη επισκεψιμότητα των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων. Στη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Στην αναβάθμιση της εμπειρίας των επισκεπτών. Στη σημαντική αύξηση των εσόδων και της οικονομικής δραστηριότητας γύρω από τους πολιτιστικούς πόλους. Στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Στην ενίσχυση της εξωστρέφειας των τοπικών κοινωνιών. Στην αναζωογόνηση περιοχών που επί δεκαετίες παρέμεναν στο περιθώριο της αναπτυξιακής διαδικασίας.
Αποτυπώνονται, επίσης, στην ίδια την κοινωνική αποδοχή των πολιτικών αυτών. Σύμφωνα με πρόσφατη πανελλαδική έρευνα που πραγματοποιήθηκε για το Υπουργείο Πολιτισμού, πάνω από το 70% των πολιτών αξιολογεί θετικά τις παρεμβάσεις και τις υπηρεσίες στους αρχαιολογικούς χώρους και στα μουσεία, ενώ η συντριπτική πλειονότητα αναγνωρίζει ότι η πολιτιστική κληρονομιά συμβάλλει ουσιαστικά τόσο στην ποιότητα ζωής όσο και στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Αυτό ακριβώς είναι, τελικά, και το ουσιαστικότερο συμπέρασμα του βιβλίου του Γιώργου Μέργου. Αλλά και της πολιτικής που εφαρμόζουμε τα τελευταία χρόνια: Οτι ο Πολιτισμός δεν αποτελεί απλώς πεδίο προστασίας του παρελθόντος, αλλά στρατηγική επένδυση για το μέλλον. Μια επένδυση που παράγει κοινωνική, πολιτιστική, περιβαλλοντική και οικονομική αξία. Μια επένδυση που ενισχύει τη συλλογική αυτογνωσία, τη συνοχή και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας μας. Και μια επένδυση που μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός πυλώνας ενός πιο βιώσιμου, πιο ισόρροπου και πιο ανθρώπινου αναπτυξιακού προτύπου για τη χώρα μας.
Θα ήθελα, κλείνοντας, να συγχαρώ και να ευχαριστήσω τον συγγραφέα για το σημαντικό αυτό έργο. Για την επιστημονική του πληρότητα, τη νηφαλιότητα της προσέγγισης, την τεκμηρίωση των θέσεών του, αλλά και για τη συμβολή του στην ενίσχυση μιας πιο ώριμης και δημιουργικής συζήτησης γύρω από τον Πολιτισμό και την αναπτυξιακή του δυναμική.
Είμαι βέβαιη ότι το βιβλίο αυτό θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για την περαιτέρω έρευνα και τον δημόσιο διάλογο γύρω από την οικονομία της πολιτιστικής κληρονομιάς και τις προοπτικές της στη χώρα μας. Και πιστεύω ότι θα συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση μιας θεμελιώδους αλήθειας: Οτι ο Πολιτισμός δεν αφορά μόνο το παρελθόν μας, αλλά πρωτίστως το μέλλον μας.
Σας ευχαριστώ


