Της Σώτης Τριανταφύλλου
Η δημοκρατία, στην κλασική της θεωρητική θεμελίωση, προϋποθέτει πολυφωνία, πλουραλισμό. Όμως, η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύει μια ανησυχητική μετάλλαξη από τον πολιτικό διάλογο σ’ έναν Πύργο της Βαβέλ. Το φαινόμενο είχε μελετήσει ο Giovanni Sartori, αναλύοντας την κυβερνητική αστάθεια στην Ιταλία και εξηγώντας ότι η ύπαρξη πολλών μικρών κομμάτων δεν δείχνει υγεία της δημοκρατίας, αλλά, αντιθέτως, παθολογία μιας κοινωνίας που αδυνατεί να συνθέσει κοινό όραμα.
Από την εποχή της μελέτης του Sartori (το 1966), έχει προστεθεί ένας ακόμη διαλυτικός παράγοντας: τα social media, που, εκτός του ότι διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις, κλονίζουν την αξία της πολιτικής αυθεντίας, ενθαρρύνοντας ακαριαίες κινητοποιήσεις άτυπων ομάδων οι οποίες υπονομεύουν τη συνοχή των μεγάλων κομμάτων και την κοινωνική συνοχή γενικά. Εξαιτίας του υπερβολικού πολυκομματισμού, οι κυβερνήσεις παραλύουν· οι πολίτες αποξενώνονται από την επίσημη πολιτική και το κενό εκμεταλλεύονται αυταρχικά άτομα και ομάδες που υπόσχονται να παρακάμψουν τις δυσλειτουργίες του «συστήματος».
Σε άρθρο του με τίτλο «Why we should embrace political fragmentation» στο World Economic Forum, ο Pepijn Bergsen εκφράζει διαφορετική γνώμη: ο Ολλανδός αναλυτής του Chatham House υποστηρίζει ότι η παρακμή του δικομματισμού σημαίνει ανανέωση και καλύτερη εκπροσώπηση των σύγχρονων πολυσύνθετων κοινωνιών, «αρκεί τα κόμματα να χτίζουν κουλτούρα συνεννόησης». Όμως, αν υπήρχε η κουλτούρα της συνεννόησης, τα κόμματα δεν θα διασπώνταν· θα λειτουργούσαν με εσωτερικές τάσεις και πτέρυγες. Ούτε θα αποφάσιζε ο κάθε σταυροφόρος του Καλού να μας σώσει ιδρύοντας δικό του μαγαζάκι.
Εξάλλου, οπουδήποτε δημιουργούνται πολλά κόμματα, είτε στην Ολλανδία, είτε στην Ελλάδα, οι διαφορές μεταξύ τους δεν αντανακλούν κάποιου είδους ιδεολογικό πλούτο· σε πλείστες περιπτώσεις είναι απόρροια προσωπικών φιλοδοξιών και κεφαλαιοποίησης της «λαϊκής» οργής της στιγμής. Η αποσύνθεση των μεγάλων κοινωνικών σχηματισμών που έχουν πολιτικό όραμα –π.χ. φιλελευθερισμό, σοσιαλισμό, σοσιαλδημοκρατία– επιφέρει κοινωνική αποσύνθεση· η κοινωνία κατατεμαχίζεται σε μικρές ομάδες συμφερόντων. Πράγμα που ναρκοθετεί τα θεμέλια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στα εξής επίπεδα: α) ακυβερνησία και θεσμική παράλυση: αν και οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι θεωρητικά επιθυμητές, υπό καθεστώς ακραίου κατακερματισμού εξαρτώνται από μικρά, προσωποπαγή κόμματα με περιορισμένα πολιτικά προγράμματα (τα λεγόμενα one-issue: π.χ. το μεταναστευτικό ή τα δικαιώματα μιας συγκεκριμένης μειονότητας).
Με λίγα λόγια, η ανάγκη για διαρκείς συμβιβασμούς ανάμεσα σε πολλές, ετερόκλητες οργανώσεις εμποδίζει τη λήψη αποφάσεων για φλέγοντα ζητήματα όπως οι διεθνείς συγκρούσεις, η ένταξη μεταναστών, η ενέργεια, ο κατώτατος μισθός, η δημόσια υγεία. Όλα λιμνάζουν εξαιτίας ενός ατέρμονου παζαριού: οδηγούμαστε σε πολιτική ακινησία και σε γεωπολιτική αδυναμία μπροστά σε μεγάλες γεωπολιτικές πιέσεις β) σύγχυση ως προς την πολιτική ευθύνη: σε πολυσυλλεκτικά κυβερνητικά σχήματα, η ευθύνη των αποτυχιών διαχέεται και οι πολίτες αδυνατούν να εντοπίσουν ποιος ευθύνεται για τα λάθη της διοίκησης.
Το γεγονός επιδεινώνει την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και διαιωνίζει τον φαύλο κύκλο της απαξίωσής τους. Και πάλι, με λίγα λόγια, ο κατακερματισμός ξεκινά συνήθως με την «ψήφο διαμαρτυρίας» έναντι των μεγάλων κομμάτων και καταλήγει σε αδύναμο κράτος που εξοργίζει ακόμα περισσότερο τις μάζες προκαλώντας περαιτέρω διασπάσεις γ) ιδεολογική πόλωση και λαϊκισμός: για να επιβιώσουν τα μικροκόμματα, καταφεύγουν σε ακραία ρητορική και θώπευση των πολιτών, εμποδίζοντας τη συναίνεση και μετατρέποντας το Κοινοβούλιο σε αρένα στείρας αντιπαράθεσης δ) ψευδαίσθηση αντιπροσώπευσης: αν και, σύμφωνα με την απλοϊκή θέαση της δημοκρατίας, κάθε κοινωνική τάση πρέπει να έχει τη δική της φωνή, ο κατακερματισμός παράγει αντίθετο αποτέλεσμα: την ακύρωση της λαϊκής βούλησης. Όταν η ψήφος διασκορπίζεται σε δεκάδες σχηματισμούς, η τελική σύνθεση της εξουσίας δεν αποφασίζεται από τον ψηφοφόρο στην κάλπη, αλλά πίσω από κλειστές πόρτες σε μετεκλογικές διεργασίες: η εξουσία μεταβιβάζεται από τον λαό στο παρασκήνιο.
Εξάλλου, δεν υπάρχουν πολλές κοινωνικές τάσεις· είμαστε πολύ πιο βαρετοί και μονόχνωτοι από όσο νομίζουμε. Στην πραγματικότητα, υπάρχει η τάση της λογικής, της πρακτικής δράσης, της συναίνεσης, όπως υπάρχει και η τάση του παραλογισμού, του κοινωνικού μίσους και των ψευδών αφηγημάτων. Η δημοκρατία απαιτεί ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για αντιπροσώπευση και της κυβερνησιμότητας: για να παραμείνουν λειτουργικές οι σύγχρονες κοινωνίες, απαιτούν ισχυρούς θεσμούς, σοβαρά θεσμικά αντίβαρα (όπως τα λελογισμένα εκλογικά όρια εισόδου στο Κοινοβούλιο) και, κυρίως, κόμματα με κοινωνικές ρίζες· όχι εφήμερες εκλογικές μηχανές. Ο υπερβολικός πολυκομματισμός, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα της συμπερίληψης –μια ακόμα καραμέλα των ημερών μας– οδηγεί σε εμφύλια διαμάχη και κατάρρευση της διοίκησης.
Η καινούργια πρωτοβουλία του κ. Τσίπρα αναδεικνύει πολλές πλευρές αυτής της μάλλον θλιβερής πραγματικότητας. Σημειώνω δύο από αυτές. Η πρώτη αφορά την ανικανότητα και την απροθυμία πολλών στελεχών της αριστεράς να συμπαραταχθούν με τους ομοϊδεάτες τους, μολονότι το όνομα του κόμματος περιλαμβάνει την, έτσι κι αλλιώς, πολυχρησιμοποιημένη λέξη «συμπαράταξη».
Αυτή η ανικανότητα, η διανοητική νωθρότητα, η εγωπάθεια, η μικροπρέπεια, η μισαλλοδοξία, που εμποδίζουν την ενότητα της φιλοκομμουνιστικής αριστεράς, επηρεάζουν την πολιτική στο σύνολό της: η άρνηση των συνεργασιών, οι περιττές και ανώφελες ρήξεις και η άρνηση των συμβιβασμών καθιστούν το κοινοβουλευτικό σύστημα ευάλωτο στην κακοήθεια. Η δεύτερη πλευρά είναι το μείγμα οπισθοδρομικότητας και νοσταλγίας που χαρακτηρίζει τον λόγο του νέου κόμματος και του κ. Τσίπρα: αν και παρατηρείται η ίδια στάση και σε άλλα κόμματα που πάσχουν από φτώχεια ιδεών –το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ εξωραΐζουν συστηματικά την ιστορία τους– η εικόνα της ΕΛ.Α.Σ. παραείναι ρετρό· πρόκειται για μια σχεδόν γελοιογραφική μορφή outnovation.
Με παλιά συνθήματα, με χειρονομίες βγαλμένες από φαύλους καιρούς, χωρίς φαντασία αλλά με πλεόνασμα κουτοπονηριάς –καταπώς φαίνεται, ένα εθνικό μας χαρακτηριστικό– ο κ. Τσίπρας και το περιβάλλον του δεν δύνανται να υπερβούν τις υπεραπλουστευτικές προσεγγίσεις, την ένδεια του λεξιλογίου, την τάση για αναμόχλευση των πολιτικών παθών και την τακτική υποδαύλισης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η συνταγή είναι δοκιμασμένη, αλλά ίσως οι καιροί να έχουν αλλάξει.
Πηγή: tanea.gr



